Περίπου επτά χρόνια χρειάστηκαν για να τελεσιδικήσει η υπόθεση της φασιστικής επίθεσης από το τάγμα εφόδου του χρυσαυγίτικου εργοδοτικού σωματείου «Αγιος Νικόλαος» σε αντιφασίστες και μέλη της Οργάνωσης Μαχητικού Αντιφασισμού (ΟΡΜΑ) στο Πέραμα, τον Μάιο του 2018.
Στο εδώλιο για την επίθεση στους αντιφασίστες κάθισαν και σε δεύτερο βαθμό τρία μέλη του σωματείου τα οποία αναγνωρίστηκαν το ίδιο βράδυ στο Α.Τ. Περάματος από τα θύματα της επίθεσης. Μαζί τους όμως δικάστηκαν και έξι αντιφασίστες, τους οποίους μήνυσαν αργότερα οι κατηγορούμενοι ως εκείνους που δήθεν επιτέθηκαν στο χρυσαυγίτικο σωματείο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά έκρινε ομόφωνα αθώους τους έξι αντιφασίστες οι οποίοι είχαν καταδικαστεί πρωτόδικα για διατάραξη κοινής ειρήνης και σωματικές βλάβες και καταδίκασε κατά περίπτωση για σωματικές βλάβες, οπλοκατοχή και οπλοχρησία τα τρία μέλη του χρυσαυγίτικου σωματείου με πολύμηνες ποινές φυλάκισης με αναστολή (από 8 μήνες στους δύο κατηγορούμενους και 17 στον τρίτο). Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στη δικαστική αίθουσα, ενώ δεν έφεραν ούτε μάρτυρες υπεράσπισης.
Αντίθετα, από την πλευρά των έξι κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου ο αντιδήμαρχος Κερατσινίου, Μιλτιάδης Θεόδοτος, ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ Πειραιά, Ηλίας Πατίδης, ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Σπύρος Μαρκέτος, και οι Γ. Γιαννουλέας, Γ. Μιχάλαρος από την ΟΡΜΑ. Οι μάρτυρες είπαν πως οι έξι αντιφασίστες είναι γνωστοί για την κινηματική τους δράση και πως δεν κρύβονται γι’ αυτήν, σε αντίθεση με τα μέλη του χρυσαυγίτικου σωματείου που κινούνται υπόγεια και στήνουν ενέδρες.
Στις απολογίες τους οι έξι επέμεναν στο ότι ήταν μια οργανωμένη επίθεση από τη Χρυσή Αυγή, ότι τους είχαν στήσει ενέδρα και ότι εκείνοι αναγκάστηκαν να αμυνθούν. Μάλιστα, όπως σημείωσαν, δεν μπορούσαν να γυρίσουν την πλάτη τους και να φύγουν τόσο για λόγους τιμής και υπόληψης αλλά και γιατί στην περίπτωση που γύριζαν πλάτη σε μια τέτοιου είδους επίθεση με σιδερόβεργες κινδύνευε σοβαρά η ζωή τους. Οπως είπαν, έμειναν στο σημείο, αμύνθηκαν και στη συνέχεια απευθύνθηκαν στην αστυνομία προκειμένου να καταγγείλουν τι είχε συμβεί.
Η επίθεση και η δεύτερη δίκη
Επτά χρόνια πριν, μέλη της ΟΡΜΑ μαζί με άλλους αντιφασίστες πραγματοποιούσαν πολιτική παρέμβαση στις γειτονιές του Περάματος, καλώντας σε διεθνιστική διαδήλωση. Πηγαίνοντας προς τα καραβάκια του λιμανιού, όπου θα μοίραζαν φυλλάδια, πέρασαν μπροστά από το χρυσαυγίτικο σωματείο μόνο για Ελληνες «Αγ. Νικόλαος», που ήταν ακόμη ενεργό. Οι χρυσαυγίτες τότε βγήκαν παραταγμένα από τα γραφεία του σωματείου -που χρησιμοποιούνταν και ως ορμητήριο της εγκληματικής οργάνωσης- και με σιδερολοστούς, βέργες και πέτρες επιτέθηκαν στους αντιφασίστες τραυματίζοντάς τους. Η επίθεση έληξε με το χαρακτηριστικό παράγγελμα «τέλος, τέλος».
Οι αντιφασίστες την ίδια μέρα βρέθηκαν στο Α.Τ. Περάματος για να υποβάλουν μήνυση στα μέλη της Χρυσής Αυγής και οι αστυνομικοί προσήγαγαν τα άτομα του σωματείου. Εκεί αναγνώρισαν ακόμη δύο άτομα ως επικεφαλής της επίθεσης: τον Νικόλαο Αποστόλου, καταδικασμένο πλέον πρωτόδικα για ένταξη στην εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, και τον Νικόλαο Μεγαλοοικονόμου, εργαζόμενο στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη. Η συμμετοχή τους φαίνεται από φωτογραφίες που τους απαθανάτιζαν έξω από το σωματείο τη στιγμή της επίθεσης, ενώ η παρουσία τους στα γραφεία έχει επιβεβαιωθεί και από τους τρεις κατηγορούμενους ήδη από την προανάκριση.
Οι δυο τους όμως δεν κάθισαν στο εδώλιο μαζί με τους άλλους τρεις, αλλά δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό σε ξεχωριστή δίκη και αυτό γιατί το βράδυ της επίθεσης, στο Α.Τ. Περάματος βρέθηκε ο τότε βουλευτής Ι. Λαγός, ο οποίος, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, είπε στους αστυνομικούς να τους βγάλουν τις χειροπέδες, οι αστυνομικοί υπάκουσαν και οι δυο τους αποχώρησαν αθόρυβα από το τμήμα.
