Στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών αρχών επιστρέφει η Ελλάδα, καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προχώρησε σήμερα σε νέα απαγγελία κατηγοριών εις βάρος 16 προσώπων –ανάμεσά τους 13 δημόσιοι υπάλληλοι– για την περιβόητη «στοιχειωμένη» σύμβαση 717 που αφορά τα συστήματα διαχείρισης της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας.
Η επίμαχη σύμβαση υπεγράφη το 2014 μεταξύ ΕΡΓΟΣΕ και αναδόχου κοινοπραξίας, με προϋπολογισμό 41 εκατομμύρια ευρώ και στόχο την πλήρη επαναλειτουργία των συστημάτων σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης και αυτόματης προστασίας συρμών στη βασική σιδηροδρομική γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Επρόκειτο για έργο που θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί εντός δύο ετών και εάν είχε εφαρμοστεί θα είχε αποφευχθεί το έγκλημα των Τεμπών που στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται αποφάσεις και ενέργειες που φέρεται να έγιναν από το 2019 και έπειτα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι εμπλεκόμενοι πίεσαν και έπεισαν τον τότε υπουργό Μεταφορών, Κώστα Αχ. Καραμανλή, να εγκρίνει αποζημίωση υπέρ της κοινοπραξίας, επικαλούμενοι ζημίες, την ώρα που το έργο καθυστερούσε με υπαιτιότητα της ίδιας της εργολήπτριας εταιρείας.
Η υπόθεση βασίζεται σε υπηρεσιακά έγγραφα που έχουν ήδη διαβιβαστεί στη Βουλή, χωρίς ωστόσο να συγκροτηθεί προανακριτική επιτροπή, με αποτέλεσμα η διερεύνηση ευθυνών πολιτικών προσώπων –και ειδικά του τότε υπουργού– να παραμένει ανενεργή, την ώρα που η δικαστική έρευνα για τα μη πολιτικά πρόσωπα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.
Από τους 16 κατηγορούμενους, οι εννέα είχαν ήδη βρεθεί αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη για άλλες πράξεις που σχετίζονται με την ίδια σύμβαση. Οι νέες διώξεις έρχονται να προστεθούν και αφορούν ακόμη επτά πρόσωπα, τα οποία ερευνώνται πλέον για τη συμμετοχή τους σε ένα σύστημα καταχρήσεων με ευρωπαϊκή διάσταση.
Οι κατηγορίες βασίζονται σε στοιχεία που προέκυψαν από εκτενή δικαστική διερεύνηση, με στόχο τη διαλεύκανση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών μη πολιτικών προσώπων. Στο κάδρο βρίσκονται δημόσιοι λειτουργοί της ΕΡΓΟΣΕ και στελέχη της αναδόχου κοινοπραξίας, οι οποίοι φέρεται να εμπλέκονται σε πρακτικές υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων, ζημιώνοντας τόσο την Ε.Ε. όσο και το ελληνικό Δημόσιο.
Κομβικό σημείο της υπόθεσης αποτελεί η χρονική περίοδος 2019-2020, όταν η κοινοπραξία αιτήθηκε αποζημίωση για «θετικές ζημίες», επικαλούμενη έξοδα από διακοπή λειτουργίας εξοπλισμού, τη στιγμή που η μη ολοκλήρωση του έργου οφειλόταν, σύμφωνα με τη δικογραφία, στην ίδια. Με λίγα λόγια, ζήτησαν αποζημιώσεις για ζημιές που είχαν οι ίδιοι προκαλέσει αφού δεν είχαν ολοκληρώσει το έργο, με τον τότε υπ. Υποδομών και Μεταφορών να εγκρίνει αποζημίωση ύψους 2,7 εκατ. ευρώ με βάση θετική τεχνική γνωμοδότηση υπαλλήλων της αναθέτουσας αρχής.
Επειτα από την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής έρευνας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προχώρησε στην άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος 16 προσώπων – ανάμεσά τους δημόσιοι υπάλληλοι και στελέχη της τεχνικής κοινοπραξίας που είχε αναλάβει τα έργα. Οι κατηγορίες που έχουν αποδοθεί κατά περίσταση είναι της ηθικής αυτουργίας και της συνέργειας σε απιστία με φερόμενο ως φυσικό αυτουργό της αξιόποινης πράξης τον τότε υπουργό Μεταφορών και Υποδομών, Κώστα Αχ. Καραμανλή. Οι πράξεις φέρεται να έχουν διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, σε βάρος τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων.
Η δικογραφία έχει ήδη διαβιβαστεί στον ειδικό ανακριτή που είναι αρμόδιος για τις υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ώστε να προχωρήσει η επόμενη φάση της δικαστικής διερεύνησης, ενώ είχε διαβιβαστεί στη Βουλή λόγω της εμπλοκής του πρώην υπουργού Μεταφορών, ωστόσο μετά από απόφαση της πλειοψηφίας δεν συστάθηκε προανακριτική επιτροπή για τη διερεύνησή της και το σκέλος που αφορά τα μη πολιτικά πρόσωπα συνεχίστηκε να ερευνάται από την τακτική Δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα την άσκηση των επίμαχων διώξεων. Σημειώνεται ότι τα αδικήματα αυτά επισύρουν ποινές φυλάκισης έως και δέκα έτη, καθώς και την επιβολή χρηματικών προστίμων.
