Εφεση κατά της απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών που αναγνώριζε αποζημίωση σε συγγενείς θύματος της πυρκαγιάς στο Μάτι άσκησε το Δημόσιο. Η κίνηση έρχεται μόλις λίγες μέρες μετά την προεκλογική επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Μάτι, όπου έκανε λόγο για «μεγάλο συλλογικό τραύμα» θέτοντας ψηλά στην επικοινωνιακή του ατζέντα την τραγωδία με τους 104 νεκρούς σε Μάτι και Νέο Βουτζά.
Σήμερα το Δημόσιο, αν και δύναται, δεν παραιτείται από το δικαίωμα της έφεσης, αναγκάζοντας τους συγγενείς να εισέλθουν και πάλι στις δικαστικές αίθουσες προκειμένου να διεκδικήσουν το ελάχιστο, δηλαδή χρηματική αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν.
Πρόκειται για απόφαση που εκδικάστηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο οφείλει να καταβάλει χρηματική αποζημίωση ύψους 300.000 ευρώ σε πέντε συγγενείς μιας 77χρονης που έχασε τη ζωή της στην πυρκαγιά του Νέου Βουτζά στις 23 Ιουλίου του 2018. Ηταν η πρώτη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που επιδίκαζε πριν από περίπου τρεις μήνες αποζημίωση σε συγγενείς θυμάτων της πυρκαγιάς.
Τώρα, και ενόσω βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το ποινικό δικαστήριο στο οποίο 21 άτομα -μεταξύ των οποίων και η τότε ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος- κάθονται στο ειδώλιο για πλημμεληματικές κατηγορίες, η υπόθεση θα οδηγηθεί εκ νέου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το μεσημέρι της πυρκαγιάς επιδείχτηκε η δέουσα επιμέλεια από την Πυροσβεστική και επικαλείται, μεταξύ άλλων, την «αιφνίδια μεταβολή του καιρού», τη «σπανιότητα και ιδιαιτερότητα της τόσο ραγδαίας αύξησης της έντασης των ανέμων σε τοπικό επίπεδο» και την «αντικειμενική αδυναμία πτήσης των εναέριων μέσων κατά τις απογευματινές ώρες του ένδικου δυστυχήματος λόγω καιρικών συνθηκών» – ισχυρισμοί που έχουν καταδειχτεί ως αβάσιμοι τόσο από συγγενείς θυμάτων, εγκαυματίες και αυτόπτες μάρτυρες όσο και από τον πραγματογνώμονα Δ. Λιότσιο που αυτές τις μέρες καταθέτει ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Αλλά είναι αντίθετοι και στην απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, το οποίο καταλόγιζε την ευθύνη στο Πυροσβεστικό Σώμα, κρίνοντας ότι ο θάνατος της γυναίκας συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη των αρμοδίων που όφειλαν να εισηγηθούν την εκκένωση της περιοχής.
Το Δημόσιο αντιτείνει ότι ακόμα και αν το Πυροσβεστικό Σώμα είχε εισηγηθεί εκκένωση, δεν είναι βέβαιο ότι αυτή «θα ολοκληρωνόταν επιτυχώς» και στο σκεπτικό της έφεσης εκφράζεται επίσης η θέση πως τα θύματα έχουν «ποσοστό συνυπαιτιότητας» λόγω της μη πληροφόρησής τους από τα ΜΜΕ ή από το διαδίκτυο (μέσα από το σάιτ της Πολιτικής Προστασίας), ώστε να ενημερωθούν για το πώς θα μπορούσαν να αυτοπροστατευτούν.
Υπογραμμίζεται, δε, πως δεν είχε υλοποιηθεί το σύστημα ειδοποίησης «112», μετακυλίοντας έτσι την ευθύνη στα 104 θύματα και τους συγγενείς τους. Με τον τρόπο αυτό η πολιτεία επικαλείται, κατά τη συνήθη πρακτική της, την «ατομική ευθύνη» και στέκεται απέναντι στα θύματα κατηγορώντας τα για παραλείψεις, αν και προεκλογικά στεκόταν στο πλευρό τους αποκομίζοντας πολιτικό όφελος.
Το Δημόσιο φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι το θύμα φέρει το ίδιο ευθύνη για όσα συνέβησαν σε ποσοστό 95%! Μεταξύ των επιχειρημάτων γίνεται αναφορά στη δόμηση της περιοχής και την ύπαρξη αυθαιρέτων, παρά το γεγονός πως, τουλάχιστον όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, η 77χρονη, που πέθανε από θερμικά εγκαύματα δεν ζούσε σε αυθαίρετο, όπως επισημαίνουν στην «Εφ.Συν.» οι δικηγόροι της οικογένειας, Δημήτριος Σκύφτας και Κωνσταντίνος Φούσας.
Αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση πολιτών που διεκδικούν αποζημίωση ασκώντας αγωγή εναντίον του Δημοσίου. Εκκρεμεί η έκδοση και άλλων σχετικών αποφάσεων από ομαδικές και ατομικές αγωγές που έχουν καταθέσει πυρόπληκτοι και συγγενείς και μένει να φανεί αν θα ακολουθηθεί από μεριάς του κράτους η ίδια νομική οδός. Δηλαδή αν με πολιτική παρέμβαση θα αποσυρθεί η έφεση, όπως συνέβη στην υπόθεση Marfin και σε εκείνη του αιφνίδιου θανάτου του 11χρονου Μάριου στο Μενίδι που σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα το 2017, ή αν θα χρησιμοποιηθούν οι νεκροί μόνο για πολιτική εκμετάλλευση.
