Ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου σήμερα ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος, που καταδικάστηκε ομόφωνα για τη στυγερή δολοφονία της Καρολάιν Κράουτς και την θανάτωση του κουταβιού τους, στο σπίτι τους στα Γλυκά Νερά στις 11 Μαΐου 2021, χωρίς ελαφρυντικά.
Ο 34χρονος εκτίει ποινή ισόβιας και επιπλέον 11 ετών κάθειρξης -τη μεγαλύτερη δυνατή που μπορούσε να του επιβληθεί- αλλά επιδιώκει σε μία ευνοϊκότερη απόφαση. Γι’ αυτό το λόγο αναμένεται να αλλάξει υπεράσπιση και να εκπροσωπηθεί από μία γυναίκα δικηγόρο.
Στην πρωτόδικη δίκη ο βαρυποινίτης δεν έπεισε ούτε για τα περί τέλεσης του εγκλήματος εν βρασμώ ψυχής ούτε ότι δικαιούται αναγνώρισης ελαφρυντικού.
Απέναντι του τώρα θα έχει τους γονείς της Καρολάιν που μεγαλώνουν την κόρη τους και ζητούν μην μειωθεί «ούτε μία μέρα» η ποινή σε βάρος του ανθρώπου που σκότωσε το παιδί τους με «μία δειλή πράξη», όπως είχε πει σε συνέντευξη του ο Ντέιβιντ Κράουτς.
Το ζευγάρι στο πρώτο δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορο τους, καθώς ο πατέρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ η μητέρα προσπάθησε να αποφύγει την φόρτιση που φοβήθηκε πως θα μετέφερε στην εγγονή της. Απόντες ήταν και οι γονείς του κατηγορούμενου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποδέχεται στην απόφαση του το πρωτόδικο δικαστήριο, επεδίωκε τον πλήρη έλεγχο της Καρολάιν, όχι μόνο αποκλείοντας την από συγγενείς και φίλους, επιλέγοντας να κατοικήσουν μακριά από το κέντρο, στο σπίτι στα Γλυκά Νερά, αλλά και στερώντας την από την διαχείριση των χρημάτων της.
Το θύμα αντιλαμβανόμενο πως βρισκόταν σε μία δυσλειτουργική σχέση… είχε εκφράσει στον κατηγορούμενο την επιθυμία της για διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και περαιτέρω είχε προβεί σε ενέργειες αναζήτησης κατοικίας. Το ημερολόγιο που κρατούσε η μητέρα, κατά τις δικαστικές αρχές καθιστά ανίσχυρες τις εκδοχές του κατηγορούμενου τόσο ότι δεν είχε προσχεδιάσει το έγκλημα όσο και ότι όλα έγιναν σε μία κακιά στιγμή.
Επίσης, επί έναν μήνα ισχυριζόταν ότι ο θάνατος της Καρολάιν, που ξεψύχησε πλάι στην 11 μηνών κόρη της, καθώς και ο θάνατος της σκυλίτσας Ρόξυ, που βρέθηκε κρεμασμένη στην κουπαστή της εσωτερικής σκάλας του σπιτιού, ήταν αποτέλεσμα ληστείας. Περιέγραφε κλαίγοντας στους αστυνομικούς τις δήθεν φρικιαστικές στιγμές και έδινε μάλιστα περιγραφές των δραστών.
Ωστόσο, τα ευρήματα της αστυνομίας, το βιομετρικό ρολόι της 20χρονης, το κινητό τηλέφωνο του δράστη που αποκάλυψε τις κινήσεις του μέσα στο σπίτι και άλλα δεδομένα, τελικά αποκάλυψαν την εν ψυχρώ δολοφονία. Επί έξι ολόκληρα λεπτά με ένα μαξιλάρι απόφραξε βίαια τις αεροφόρους οδούς του θύματος που κοιμόταν, προκαλώντας στην 20χρονη έναν αγωνιώδη ασφυκτικό θάνατο.
Αυτά τα έξι λεπτά όπου το θύμα πάσχιζε να αναπνεύσει, χτυπιόταν και τραντάζονταν για να κερδίσει μία ανάσα, ήταν στοιχείο καίριας σημασίας για τους δικαστές του ΜΟΔ οι οποίοι αρνήθηκαν την εκδοχή που υποστηρίζει ο 34χρονος για έντονο καυγά με την Καρολάιν. Ήταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έκρινε το Δικαστήριο, είχε τον χρόνο να υπαναχωρήσει πλην όμως δεν λειτούργησαν οι ανασταλτικοί μηχανισμοί.
Το επιχείρημα ότι σκότωσε θολωμένος καταρρίφθηκε αμέσως, από τη στιγμή που εναπόθεσε το παιδί στο σώμα της νεκρής μάνας. Είχε επίγνωση της αδιανόητης σκληρότητάς του. Ήξερε ότι η προσοχή θα στρεφόταν στο παιδί και σε εκείνον που βγήκε αλώβητος από μια αιματηρή ληστεία του, είχε τονίσει η Εισαγγελέας Έδρας του πρωτόδικου δικαστηρίου.
Ο φόνος έγινε για ασήμαντη αφορμή και ο κατηγορούμενος ούτε βρισιές από την πλευρά του θύματος δεν μπορεί να επικαλεστεί. Κοίμισε το παιδί στον καναπέ και ανέβηκε να σκοτώσε, είχε αναφέρει η Εισαγγελέας η οποία είχε χαρακτηρίσει “θεία Δίκη” την αμέλεια του 34χρονου να αφαιρέσει το βιομετρικό ρολόι της Καρολάιν.
