Καταθέσεις με πόνο και ταραχή, μαρτυρίες απώλειας και οδύνης. Σαν να παρακολουθείς ταινία τρόμου και ολικής καταστροφής. Αν η δίκη για την πυρκαγιά στο Μάτι είναι μια ψυχοφθόρα διαδικασία για όποιον την παρακολουθεί, αναλογίζεται κανείς πώς και αν θα συνέλθουν ποτέ όσοι έζησαν την πύρινη κόλαση και έχασαν αγαπημένα πρόσωπα στις στάχτες της.
Η Παναγιώτα Μαλαίνου έχασε την 73χρονη μητέρα της, η οποία έμενε στο Μάτι με την εγγονή της και ανιψιά της μάρτυρα. «Μπήκαν στο νερό για να σωθούν. Στο σώμα τους και το κεφάλι τους έπεφταν αντικείμενα καιόμενα. Ηρθε ένα κύμα σαν σκούπα και τους τράβηξε μέσα. Τους μάζεψε ένα καΐκι ιδιωτικό. Την Ειρήνη, ημιθανή. Παιδοψυχίατροι την εξετάζουν από τότε […] Πήγα στο Λιμεναρχείο να ρωτήσω για τη μητέρα μου. Μου είπαν ότι ήταν νεκρή, βρήκαν στο τσαντάκι της την ταυτότητα».
Ο Ευάγγελος Κωστόπουλος έχασε τη μητέρα του στο Κόκκινο Λιμανάκι, ενώ ο πατέρας του, που υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα, κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή. «Στο Κόκκινο Λιμανάκι είδα τον πρώτο καμένο, σε ένα κάμπινγκ. Ενας άλλος τον κοίταζε και στεκόταν ακίνητος, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβλεπε […] Ετρεξα πίσω από το σπίτι μας. Εκεί που ήξερα ότι κάθεται η μητέρα μου. Ηταν πεσμένη, είχε πεθάνει. Κάηκε από το θερμικό κύμα, είχε μουμιοποιηθεί. Ο πατέρας μου φώναζε μέσα από το σπίτι. Κατάφερα να μπω, είχε πολύ καπνό. Ηταν ξαπλωμένος, καμένος σε χέρια και πόδια. Πρώτα πήγαμε στο “Σωτηρία” και μετά στον “Ευαγγελισμό”. Αμέσως τον διασωλήνωσαν. Προσπαθούμε να συνέλθουμε από εκείνη την ημέρα».
Για την απώλεια του γιου του κατέθεσε ο Ευάγγελος Χαμηλοθώρης. «Μας ειδοποίησαν να παραλάβουμε τη σορό του παιδιού μου. Ο ιατροδικαστής μάς είπε ότι δεν υπέφερε. Πρώτα λιποθύμησε από τον καπνό και μετά κάηκε. Ηταν ένα είδος παρηγοριάς για εμάς… Η σύζυγός μου ήταν μια υγιής γυναίκα αλλά δεν άντεξε την απώλειά του. Επαθε καρδιακή προσβολή. Την έχασα».
Ο Εκτορας Διαμαντίδης έχασε τη μητέρα του στις φλόγες. «Γύρω στις 9 το βράδυ κατάφερα να βρω τον πατριό μου. Με τρεμάμενη φωνή μού είπε να φανώ δυνατός και ότι η μητέρα μου έχει πεθάνει εντός του σπιτιού…». Ο πατριός του, Γεώργιος Καΐρης, κατέθεσε με λυγμούς και δείχνοντας στην έδρα ένα σακουλάκι είπε: «Ξέρετε τι μου έμεινε, κυρία πρόεδρε; Αυτό εδώ! Είναι αυτά που φόραγε η Τάνια μου. Να, το ρολόι της. Η περιουσία μου είναι αυτή η σακούλα, τίποτα άλλο».
