ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώτα Τέσση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η τραγωδία με την πυρκαγιά στο Μάτι και τους 103 νεκρούς τον Ιούλιο του 2018 ήταν για μέρες πρώτο θέμα σε διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία που μετέδιδαν τον ανείπωτο πόνο των επιζώντων και συγγενών θυμάτων. Οικογένειες ξεκληρίστηκαν, για μήνες η περιοχή θύμιζε ένα απέραντο νεκροταφείο και η μυρωδιά του καμένου ταυτίστηκε με τον θάνατο. Μέσα σε αυτή την τραγωδία υπήρχε μια γυναίκα που σπάραζε καρδιές. Είναι η Βαρβάρα Βουκάκη και χθες, όταν μπήκε στη δικαστική αίθουσα για να καταθέσει, το ακροατήριο σηκώθηκε όρθιο και τη χειροκρότησε. Η κόρη της Εβίτα, ο γιος της Ανδρέας και ο άνδρας της Γρηγόρης Φύτρος είναι ανάμεσα στους νεκρούς.

«Σήμερα θα ήθελα να είμαι στο σπίτι, όχι εδώ μαζί σας, και να περιμένω τα παιδιά μου να γυρίσουν από το σχολείο… Βοηθήστε οι δολοφονίες των ανθρώπων μας να είναι η τελευταία τραγωδία σε αυτή τη χώρα» ήταν τα πρώτα λόγια της και από εκείνη τη στιγμή στο ακροατήριο έβλεπες μόνο δακρυσμένα πρόσωπα ή άκουγες λυγμούς.

Η μάρτυρας κατέθεσε ότι τη μέρα της πυρκαγιάς ήταν στη δουλειά της, ενώ ο σύζυγος και τα παιδιά στο σπίτι τους στο Μάτι. Ανησύχησε και επικοινώνησε, αλλά ο άνδρας της την καθησύχασε επειδή στην τηλεόραση έλεγαν ότι η φωτιά κατευθύνεται στον Διόνυσο. «Επέμενα, τηλεφωνούσα συνεχώς. Βγήκε στη λεωφόρο Μαραθώνος να δει. Με πήρε τηλέφωνο τρομοκρατημένος γιατί η φωτιά πλησίαζε απειλητικά. Θα έφευγε από το σπίτι για να βρει ασφαλές σημείο με τα παιδιά. Εφυγα από το γραφείο. Στη λεωφόρο Μαραθώνος, στην έξοδο προς Ραφήνα, αντίκρισα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Επαιρνα τον Γρήγορη, τα παιδιά στα κινητά τους, δεν το σήκωναν».

Η κυρία Βουκάκη έχει ακόμα στα αυτιά της τα τελευταία λόγια του γιου της όταν κατάφερε να τον βρει στο τηλέφωνο. «Μου είπε ότι βρίσκεται στο λιμάνι του Ματιού, ότι γίνονταν εκρήξεις και ήταν χαοτική κατάσταση. “Φοβάμαι, μαμά μου!” μου είπε. Ηταν φοβισμένος κι εγώ δεν ήμουν εκεί να του κρατήσω το χέρι, να του πω ότι όλα θα πάνε καλά».

«Ξεκίνησα να πάω στο Μάτι. Ποιο Μάτι; Δεν υπήρχε τίποτα. Μυρωδιά καμένου, σκοτάδι, νεκρική σιωπή! Δεν είχε μείνει τίποτα ζωντανό […] Κατάλαβα ότι ο Γρηγόρης έτρεχε για να σωθεί. Εκανα εικόνα τη στιγμή που του μιλούσα και φώναζε στα παιδιά να φύγουν και η Εβίτα έλεγε “μπαμπά, να βάλω τα παπούτσια μου” και της φώναζε “έλα με τις σαγιονάρες”. Hθελα να ψάξω δρόμο δρόμο. Δεν ξέρω αν μπορείτε εσείς να μπείτε στα δικά μας μάτια να ζήσετε ό,τι ζήσαμε. […] Φτάσαμε στο σημείο που ήταν τα αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο. Είχε μέσα απανθρακωμένους. Πού ήταν οι δικοί μου άνθρωποι;».

Απεγνωσμένη πήγε στο λιμάνι της Ραφήνας όπου έμαθε ότι η κόρη της ήταν νεκρή. «Κάθε φορά που ερχόταν μια βάρκα τρέχαμε. Κι όταν δεν κατέβαινε κανείς από τους δικούς μας, απογοήτευση […] Με πλησίασε μια αξιωματικός και μου είπε ότι έχουν βρει ένα κοριτσάκι. Είχε μια φωτογραφία στο κινητό της. Ηταν η Εβίτα μου με το ροζ μπλουζάκι της, όπως μου είχε στείλει λίγες ώρες νωρίτερα ένα βίντεο. Τραγουδούσε και γελούσα. Τώρα δεν είχε ζωή».

Αλλά έπρεπε να συνεχίσει. «Η ζωή μου είχε τελειώσει, αλλά είχα άλλο ένα παιδί κι έναν σύζυγο. Επρεπε να σταθώ στα πόδια μου, να ξανακατέβω στις βάρκες να τους βρω… Κάποια στιγμή μάθαμε ότι υπήρχε ένα οικόπεδο, το οικόπεδο Φράγκου. Πού είναι αυτό; ρωτάω. Από την περιγραφή του σημείου κατέρρευσα. Ηταν πολύ κοντά εκεί που βρέθηκε το αυτοκίνητο. Είχα περάσει απ’ έξω, φώναζα. Ποιος να μου πει πως, όταν πέρασα απ’ έξω το βράδυ, μέσα σε εκείνο το οικόπεδο, εγώ, η μάνα, είχα χάσει το παιδί μου και τον άντρα μου…»