Στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών παραπέμπει το Δικαστικό Συμβούλιο τον αστυνομικό που κατηγορείται ότι εξέδιδε τη 19χρονη η οποία κατάφερε να ξεφύγει από το σπίτι του στην Ηλιούπολη και να ζητήσει τη βοήθεια από σερβιτόρα παρακείμενης καφετέριας.
Μαζί με τον αστυνομικό θα δικαστούν άλλα τέσσερα άτομα: ο πατέρας της 19χρονης που κατηγορείται ότι τη βίαζε από την ηλικία των 11 ετών, ο πρώην σύντροφός της ο οποίος επίσης την εξέδιδε όσο ήταν ανήλικη, ένας φίλος και συνεργάτης του αστυνομικού ο οποίος κατηγορείται για συνέργεια (άμεση συνδρομή σε εμπορία ανθρώπων κατ’ επάγγελμα) και ακόμη ένα πρόσωπο για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι έχουν προφυλακιστεί και κρατούνται στις Φυλακές Γρεβενών.
Το βαρύτερο κατηγορητήριο αντιμετωπίζει ο αστυνομικός, ο οποίος παραπέμπεται σε δίκη και για την υπόθεση μιας 25χρονης η οποία καταγγέλλει ότι πέρασε τα ίδια με τη 19χρονη πριν από μερικά χρόνια. Αντιμετωπίζει τα αδικήματα της εμπορίας ανθρώπων κατ’ επάγγελμα, βιασμού, ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, ενδοοικογενειακής απειλής, παράνομης οπλοκατοχής, οπλοφορίας, οπλοχρησίας και διακίνησης ναρκωτικών. Ολα αυτά κατ’ εξακολούθηση.
«Στην Ηλιούπολη Αττικής από τις αρχές Ιουνίου του έτους 2021 έως και τις 10 Ιουλίου 2021, ασκώντας βία και απειλή σε βάρος της, ήτοι πλήττοντάς τη σε διάφορα σημεία του σώματός της είτε με τη χρήση ξύλινης ράβδου είτε με γροθιές και λακτίσματα και προκαλώντας της σωματικές βλάβες, απειλώντας ότι θα τη σκοτώσει ή ότι θα βλάψει τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα των μελών της οικογένειάς της, προτάσσοντας συχνά προς το μέρος της ένα μαχαίρι ή ένα πιστόλι και χρησιμοποιώντας άλλα εξαναγκαστικά μέσα, όπως η χορήγηση σε αυτήν κοκαΐνης, την κατακράτησε παράνομα εντός της οικίας του επιτρέποντάς της να εξέρχεται σπάνια και μόνο για συγκεκριμένους λόγους, πάντοτε όμως υπό την εποπτεία του, δηλαδή τη δέσμευσε κατά τρόπο που εκείνη εκλάμβανε ως μάταιη τη διαφυγή της, προκειμένου να την εξαναγκάσει να εκπορνεύεται», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βούλευμα για την περίπτωση της 19χρονης.
Οι δικαστές υιοθέτησαν την πρόταση της αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, Βικτωρίας Κυριακού, η οποία σημειώνει ότι ο αστυνομικός εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν η κοπέλα εξαιτίας του προβληματικού οικογενειακού περιβάλλοντος και την ανάγκη της να διαφύγει από το πατρικό της και κατά συνέπεια από τον πατέρα της, ο οποίος τη βίαζε από τα 11 έως τα 17 της χρόνια. Η εισαγγελική λειτουργός αποδομεί πλήρως τους ισχυρισμούς των κατηγορούμενων.
Ο αστυνομικός ισχυρίζεται ότι και οι δύο καταγγέλλουσες ήθελαν να κάνουν καριέρα στον χώρο των ερωτικών ταινιών και ότι προσπαθούσε να αποκόψει τη 19χρονη από την πορνεία. Οσο για την 25χρονη, ανέφερε ότι τον στοχοποίησε προκειμένου να «αποστιγματιστεί ως πορνοστάρ έναντι της οικογένειας και του κύκλου της».
Κατάθεση της σερβιτόρας
Ωστόσο η εισαγγελέας κρίνει ότι οι ισχυρισμοί του «κινούνται σε αντίθεση με τα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία αποδεικτικά μέσα» και επικαλείται την ένορκη κατάθεση της σερβιτόρας, καθώς και τις καταθέσεις των δύο καταγγελλουσών, οι οποίες «χαρακτηρίζονται από νοηματική συνέχεια χωρίς να εμφανίσουν λογικά κενά και αποτυπώνουν έναν παρόμοιο τρόπο δράσης και συμπεριφοράς του κατηγορούμενου». Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα ψηφιακά πειστήρια, δηλαδή στις συνομιλίες του κατηγορούμενου αστυνομικού που δείχνουν την ενεργή εμπλοκή του «στον χώρο σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών».
Σε κάποια από τα μηνύματα αυτά ο αστυνομικός αναφέρει: «Στο είπα από χθες… για να ξέρεις άμα θέλουμε παίζουμε ψηλά!!! Ποια Σουζάνα ποια Τζούλη ποια άλλη κακομοίρα; Εμείς είμαστε για ψηλά πράγματα […] Εχουμε και δεύτερο αστυνομικό με όπλο αν χρειαστεί». Στην κατοχή του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες, ναρκωτικές ουσίες και όπλα.
Ο πρώην σύντροφος της 19χρονης ισχυρίζεται ότι είχαν ερωτικό δεσμό όταν εκείνη αποφάσισε να εκδίδεται και εκείνος στήριξε την απόφασή της συστήνοντάς τη σε γνωστούς του. Η εισαγγελέας στην πρότασή της εξηγεί πώς καταρρίπτονται οι ισχυρισμοί του και συμπεραίνει: «Προκύπτει με ασφάλεια ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε απλώς σε ανοχή της δραστηριότητας της συντρόφου του […] αλλά είχε ενεργό ρόλο σε αυτή προγραμματίζοντας συναντήσεις με υποψήφιους πελάτες με τους οποίους έκανε τις σχετικές διαπραγματεύσεις, εισέπραττε αμοιβές, εξασφάλιζε κατάλυμα για την παροχή υπηρεσιών, έκανε τις απαραίτητες συνεννοήσεις για τη μετάβαση και την αποχώρηση των συνοδών από τα σπίτια των πελατών, ενορχηστρώνοντας εν γένει την παροχή ερωτικών υπηρεσιών αορίστου αριθμού γυναικών, συνεργαζόμενος με οργανωμένο προς τούτο γραφείο».
Για τον πατέρα της 19χρονης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η κόρη του τον κατήγγειλε για βιασμό επειδή ήταν αυστηρός και η σχέση τους ήταν τεταμένη, η εισαγγελέας υποστηρίζει ότι «η εν λόγω εξήγηση δεν κρίνεται πειστική» και σημειώνει ότι αναιρείται τόσο από την κατάθεση της παθούσας όσο και από την κατάθεση του δίδυμου αδελφού της.
