«Αλήτη, μας σκότωσες το κορίτσι». Συγγενείς της 31χρονης που δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της στο σπίτι τους στη Δάφνη τον προπηλάκισαν χθες την ώρα που οδηγούνταν στο ανακριτικό γραφείο και του επιτέθηκαν χτυπώντας τον στο πρόσωπο και πετώντας του μπουκάλια με νερό και καφέδες. Ο αλβανικής καταγωγής δράστης συνοδευόταν μόνο από τέσσερις αστυνομικούς σε αντίθεση με άλλους κατηγορούμενους για το ίδιο αδίκημα, όπως ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος που δολοφόνησε την 20χρονη σύζυγό του στο σπίτι τους στα Γλυκά Νερά, ο οποίος προστατευόταν από τουλάχιστον είκοσι πάνοπλους αστυνομικούς.
Μετά την απολογία του, ο 39χρονος γυναικοκτόνος της Δάφνης οδηγήθηκε στη φυλακή κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Ενώπιον του ανακριτή άλλαξε την προανακριτική κατάθεση που είχε δώσει στους αστυνομικούς, καθώς αρνήθηκε ότι ζήλευε το θύμα και ισχυρίστηκε ότι την ώρα της επίθεσης η 31χρονη δεν κοιμόταν, αλλά οι δυο τους διαπληκτίζονταν.
Ωστόσο, στους αστυνομικούς έχει ομολογήσει: «Πήρα το μαχαίρι και μπήκα στο δωμάτιο της, εκείνη κοιμόταν ανάσκελα και απευθείας όρμηξα πάνω της και την κάρφωσα με τη μύτη του μαχαιριού μία φορά στον λαιμό. Εκείνη τότε ξύπνησε, άρχισε να φωνάζει “πεθαίνω”, με το αριστερό χέρι τής έκλεισα το στόμα. Ετσι όπως είχα το χέρι μου στο στόμα, ο αριστερός μου αντίχειρας μπήκε στο στόμα της και εκείνη με δάγκωσε. Τότε τράβηξα προς τα έξω το μαχαίρι και την κάρφωσα άλλη μία φορά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ξαναέβγαλα το μαχαίρι, το άφησα αριστερά από το κεφάλι της και με τα δύο μου χέρια τής έκλεισα το στόμα γιατί φώναζε. Οταν σταμάτησε να αντιστέκεται και να φωνάζει, σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Εβγαλα τα ρούχα μου και τα πέταξα στο καλάθι…»
Εχει ομολογήσει επίσης ότι ζήλευε παθολογικά το θύμα και από τις περιγραφές του προκύπτει ότι η 31χρονη τον φοβόταν καθώς συχνά κλείδωνε την πόρτα του δωματίου ή κοιμόταν μαζί με το παιδί στο δωμάτιό του, επίσης κλειδώνοντας την πόρτα.
Για να αποφύγει το πιο βαρύ κατηγορητήριο ο δράστης ακολούθησε την υπερασπιστική γραμμή όλων των τελευταίων γυναικοκτόνων επιρρίπτοντας την ευθύνη στο θύμα. Προσκόμισε, λοιπόν, στον ανακριτή πειστήρια που, όπως λέει, αποδεικνύουν ότι η 30χρονη είχε εξωσυζυγική σχέση, λες και αυτός ο ισχυρισμός μπορεί ποτέ να δικαιολογήσει έγκλημα. Αντιθέτως, το μόνο που φαίνεται ότι καταφέρνει να επιβεβαιώσει είναι ότι η δολοφονία της συζύγου του έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά κάθε γυναικοκτονίας: ο δράστης επιβάλλει την κυριαρχία του στη γυναίκα, θεωρεί δικαίωμά του να ελέγχει τη ζωή και το σώμα της και αν το θύμα απαιτήσει σεβασμό ή τον αμφισβητήσει, δεν διστάζει να αφαιρέσει τη ζωή που δεν κατάφερε να ελέγξει.
