Δριμεία κριτική στην ασκούμενη αντεγκληματική πολιτική και στις φωνές υπέρ της αυστηροποίησης της νομοθεσίας, εξηγώντας ότι αυτό δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά, άσκησε ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορος Σεβαστίδης, μιλώντας στο διαδικτυακό συνέδριο της Ένωσης (ΕΔΕ) με θέμα:«Ζητήματα από την πρακτική εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα».
Ο πρόεδρος της ΕΔΕ μίλησε μεταξύ άλλων για ποδηγέτηση της νομικής επιστήμης ανάλογα με το τι βολεύει κατά καιρούς τις κυβερνήσεις.
«Στην Ελλάδα είναι συχνό το φαινόμενο να επιβάλει η χειρότερη μορφή πολιτικής, η δημαγωγία και ο λαϊκισμός τα πορίσματα της επιστήμης, να την ποδηγετεί οριοθετώντας εξαρχής τα πλαίσια στα οποία της επιβάλλει να κινείται και να αξιοποιεί τα συμπεράσματά της μόνο όταν αυτά συμπίπτουν με τους προκαθορισμένους πολιτικούς στόχους.
Η νομική επιστήμη έχει πέσει συχνά θύμα άσκησης αυτής της μορφής πολιτικής. Σε αυτήν την πολιτική οφείλεται η νομοθετική «κουρελού» των εκατοντάδων τροποποιήσεων, αλλαγών, συμπληρώσεων των ποινικών κωδίκων που δεν συμβαδίζουν με την ορθολογική προσαρμογή στις κοινωνικές μεταβολές. Εκεί εύκολα μπορεί να αποδοθεί η ανασφάλεια δικαίου και η έλλειψη σοβαρής και σταθερής αντεγκληματικής πολιτικής», είπε κατά την τοποθέτησή του ο κ. Σεβαστίδης.
Και συνέχισε επισημαίνοντας: «η νομική επιστήμη στη χώρα μας ετεροκαθορίζεται από τις ανορθολογικές κραυγές των μέσων ενημέρωσης και των αγανακτισμένων πολιτών που διψούν για εκδίκηση και απαιτούν διαρκώς αυστηροποίηση της νομοθεσίας.
Στην Ελλάδα καλός πολιτικός θεωρείται αυτός που ζητά την επαναφορά της θανατικής ποινής, τον πραγματικό ισόβιο εγκλεισμό των κρατουμένων, και έντιμος δικαστής είναι αυτός που θα επιβάλει τέτοιες ποινές.Ο ανορθολογισμός και η κοινωνική πίεση που ασκείται πάντα προς αυτή την κατεύθυνση υπονομεύουν την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των επιστημόνων με στόχο την παραγωγή νέας επιστημονικής γνώσης προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας».
«Μετά το πρόσφατο φρικτό έγκλημα στα Γλυκά Νερά βρήκαν και πάλι την ευκαιρία ορισμένοι να πλειοδοτήσουν σε αυστηρότητα, αν και καλά γνωρίζουν ότι η αυστηροποίηση της ποινικής νομοθεσίας δεν συνδέεται επιστημονικά με τη μείωση της εγκληματικότητας ούτε αυτή εξαλείφεται αν δεν ξεριζωθούν τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια που την γεννούν» επισήμανε ο πρόεδρος της ΕΔΕ.
Ο κ. Σεβαστίδης επικαλέστηκε ακολούθως δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για να τονίσει ότι με βάση την ΕΣΔΑ πρέπει να υπάρχει μια προοπτική απελευθέρωσης για τον κρατούμενο και μια προοπτική επανεξέτασης της ποινής του. «Αυτές οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ είναι ασφαλώς ψιλά γράμματα για τους Έλληνες θιασώτες των ισοβίων και της στέρησης του δικαιώματος του κρατουμένου για υφ’ όρων απόλυση», σχολίασε.
«Όσοι πιέζουν για αυστηροποίηση της νομοθεσίας μέχρι αυτό το σημείο, πρέπει να μας εξηγήσουν πώς αντιλαμβάνονται τη θέση της χώρας μας στην Ευρώπη κι αν αποτελεί ένδειξη πολιτισμού η καταδίκη ενός κράτους από το ευρωπαϊκό δικαστήριο για παραβίαση βασικών άρθρων της ΕΣΔΑ», είπε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια παρουσίασε στοιχεία για την εγκληματικότητα Ελλήνων στο εξωτερικό για να καταρρίψει το αφήγημα ότι οι αλλοδαποί συνδέονται περισσότερο με το έγκλημα επειδή, τάχα έχουν διαφορετικές αξίες. Μεταξύ άλλων έκανε αναφορά στο Σικάγο στις αρχές του 20ου αιώνα και στη Νέα Υόρκη το 1929, μετά το οικονομικό Κραχ, όπου όπως σημείωσε οι Έλληνες τότε σε αυτές τις περιοχές με βάση τα επίσημα στατιστικά ήταν οι πιο σκληροί κακοποιοιί. «Οι Έλληνες έχουν υπεδεκαπλάσιες ανθρωποκτονίες απ’ τους Ιταλούς που είναι δεύτεροι». «Όμοια και στους βιασμούς, τις κλοπές, τα ναρκωτικά και τις ληστείες», συμπλήρωσε. «Ο πίνακας με τα στοιχεία που είχε αποκαλύψει η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 21 Μαρτίου του 1998 είναι εξόχως αποκαλυπτικός. Τα ίδια ψευδοεπιχειρήματα που χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη Ελλάδα για να δώσουν στο έγκλημα φυλετική διάσταση, χρησιμοποιούσε ο Τύπος της Αμερικής για τους παππούδες μας».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων «είναι καιρός να δείξουμε υπευθυνότητα και να αντιληφθούμε ότι η εγκληματικότητα έχει τις κύριες αιτίες της στην αδυναμία πολιτικής επίλυσης κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων και δεν αντιμετωπίζεται με την εύκολη θυματοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ούτε με την υιοθέτηση αντιεπιστημονικών αντιλήψεων».
«Όπου επιχειρήθηκε αυτή η συνταγή απέτυχε στον σκοπό της, εξέθρεψε όμως την ξενοφοβία, τον ρατσισμό, την κοινωνική περιθωριοποίηση και έβαλε γερά τις βάσεις ανόδου φασιστικών κομμάτων στην εξουσία», προειδοποίησε.
