Την ενοχή των 36 κατηγορουμένων στην υπόθεση με τις μετοχές «φούσκες» του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, εισηγήθηκε κατά τη διάρκεια της πολύωρης αγόρευσής της η εισαγγελέας της έδρας Αθηνά Θεοδωροπούλου.
Οι κατηγορούμενοι είχαν ξαναδικαστεί για τα αδικήματα –κατά περίπτωση- της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αλλά τότε ομόφωνα το Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων της Αθήνας, με διαφορετική σύνθεση, τους είχε κηρύξει ομόφωνα αθώους από το σύνολο των αξιοποίνων πράξεων .
Ωστόσο, η υπόθεση οδηγήθηκε εκ νέου σε δίκη ύστερα από αναίρεση που είχε ασκηθεί από τον Άρειο Πάγο, καθώς οι δικαστές είχαν κρίνει ότι εκείνη η αθωωτική απόφαση δεν είχε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ως εκ τούτου, σε αυτή τη δίκη οι κατηγορούμενοι –χρηματιστές, επενδυτές και εφοπλιστές– ξανακρίνονται από μηδενική βάση.
Η εισαγγελέας αποτιμώντας τα στοιχεία της διαδικασίας ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων θεωρώντας –όπως είπε – ότι το δικαστήριο που τους αθώωσε εφήρμοσε εσφαλμένη αιτιολογία. Χαρακτήρισε μάλιστα την αναιρετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως «μία σπουδαία απόφαση».
Σύμφωνα με την κ. Θεοδωροπούλου, εσφαλμένα το πρώτο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε ζημία. Αντίθετα, όπως είπε, σκοπός των κατηγορουμένων ήταν η μακροπρόθεσμη δημιουργία πλασματικής εικόνας της αγοράς, η καλλιέργεια επενδυτικής ευημερίας και η μακροπρόθεσμη σταθεροποίησή της.
Ωστόσο, σημείωσε με έμφαση «μετά καταποντίστηκε το σύστημα γιατί η διόγκωση των μετοχών ήταν τεχνητή». Στόχος δε, των κατηγορουμένων, σύμφωνα πάντα με την εισαγγελική λειτουργό η οποία έκανε λόγο για μεθοδεύσεις εκ μέρους τους, ήταν «η δημιουργία επίπλαστης αγοράς».
«Πλήξατε με τις μεθοδεύσεις τον νόμο της ελεύθερης αγοράς με τη διόγκωση της τιμής των μετοχών που δεν θα διαμορφώνονταν σε αυτά τα επίπεδα». Πρόσθεσε μάλιστα, πως μέσω αυτής της οδού μπορούσαν να παραπλανηθούν οι επενδυτές.
