Σε βαρύ κλίμα ξεκίνησε σήμερα ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης η δίκη του 35χρονου Αλβανού Κλοντ Λέσι, που κατηγορείται ότι δολοφόνησε, πέρυσι τα Θεοφάνεια, την εν διαστάσει σύζυγό του και στη συνέχεια άρπαξε τον ένα από τους δύο ανήλικους γιους τους, με τον οποίο περιπλανιόταν επί 18 ημέρες, σε μία προσπάθεια να αποφύγει τη σύλληψή του. Μετά πολυήμερη αστυνομική επιχείρηση εντοπίστηκε και συνελήφθη σε αγροτική περιοχή της Ορμύλιας Χαλκιδικής, όπου και διεπράχθη το φονικό. Η υπόθεση είχε συνταράξει τότε την τοπική κοινωνία και όχι μόνο, καθώς ο κόσμος αγωνιούσε για την τύχη του παιδιού.
Ανάμεσα στους μάρτυρες που εξετάστηκαν από το δικαστήριο ήταν οι γονείς κι ο αδελφός του θύματος, όπως επίσης μία Βρετανίδα φίλη του ζευγαριού που κατέθεσε για το παρελθόν του κατηγορούμενου.
«Το λάθος της κόρης μου ήταν ότι δεν ήθελε να μοιράζεται τα προβλήματά της. Μου είχε εκμυστηρευτεί ότι δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μαζί του, δεν έβρισκε συνεννόηση», κατέθεσε με βουρκωμένα μάτια η μητέρα της 41 ετών Λέλας που πρόσθεσε ότι η ίδια δεν ενέκρινε την επιλογή της, αλλά εισέπραττε την απάντηση «ότι δεν είναι δουλειά μου κι ότι αυτή είναι απόφαση δική της».
Η ίδια μάρτυρας μετέφερε στο δικαστήριο ένα περιστατικό που σημειώθηκε το Σεπτέμβριο του 2014, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος άρπαξε τη γυναίκα του και την έσυρε στο μπαλκόνι θέλοντας να την πετάξει κάτω. Σε ερώτηση γιατί μετά τη δολοφονία της γυναίκας πήρε τον 4,5 ετών γιο τους κι έφυγε μαζί του, η μάρτυρας απάντησε: «Το βρήκε μπροστά του και τον πήρε όπως το κατσίκι που χτυπάει τα πόδια του».
Ο αδελφός της δολοφονημένης, ανέφερε ότι τους έφερε τον κατηγορούμενο στην οικογένεια όσο αυτός ήταν εργάτης και τον παρουσίασε ως φίλο της. Όπως είπε, τον δέχθηκαν και εργάζονταν μαζί στο φυτώριο, την οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο ίδιος περιέγραψε τον κατηγορούμενο ως οξύθυμο χαρακτήρα, σημειώνοντας ότι του άρεσε να τον αποκαλούν… «boss». Μετέφερε μάλιστα, στο δικαστήριο ένα συμβάν με άλλον εργάτη, τον οποίο ο 35χρονος επιχείρησε να χτυπήσει με κασμά και στη συνέχεια έψαχνε να τον βρει κρατώντας όπλο. Σε ερώτηση του κατηγορούμενου γιατί ο μάρτυρας δεν κατήγγειλε το περιστατικό, εκείνος απάντησε «διότι τότε ήσουν γαμπρός μας». Όταν ο 35χρονος επανήλθε ρωτώντας εάν τώρα δεν είναι γαμπρός, ο μάρτυρας αποκρίθηκε: «Τώρα είσαι ο φονιάς της αδελφής μου».
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, μετά την πολυήμερη περιπέτεια, το παιδάκι ήταν στα όρια νεφρικής ανεπάρκειας και αφυδάτωσης, ενώ παρέμεινε στο νοσοκομείο τέσσερις ημέρες με ορό.
Περιγράφοντας τη στιγμή που αντίκρισε τη νεκρή κόρη του, ο πατέρας της 41χρονης Λέλας κατέθεσε: «Το έμαθα ενώ ήμουν στο καφενείο. Όταν πήγα σπίτι, βρήκα τη γυναίκα μου αγκαλιά με την κόρη μου σε μια λίμνη αίματος».
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε και μία Βρετανίδα που φιλοξένησε τον κατηγορούμενο, όταν εκείνος, σε νεαρή ηλικία, ζούσε στη Μεγάλη Βρετανία. «Ήταν φίλος του γιου μου από το 2001. Ήρθε κι έζησε μαζί μας 18 μήνες. Μας συστήθηκε ως Άλμπερ Κόσοβο και μας είπε ότι οι πραγματικοί του γονείς είχαν δολοφονηθεί. Με έβλεπε σαν μάνα του. Βρετανικό δικαστήριο αποφάσισε όμως ότι δε μπορούσε να παραμείνει άλλο στη Βρετανία κι απελάθηκε στο Κόσοβο». Όπως πρόσθεσε, διατήρησε σχέση με τον κατηγορούμενο και τον συναντούσε κάθε χρόνο στην Ελλάδα με τη γυναίκα του.
«Μου είπε να μην αποκαλύψω τίποτα για το παρελθόν του στη Βρετανία. Μου ήταν δύσκολο να λέω ψέματα στη Λέλα. Υποτίθεται ότι ήμουν η νονά από την Αγγλία. Το 2014 της αποκάλυψα τι πραγματικά συνέβαινε. Μία χρονιά νωρίτερα ήρθε η μάνα του κατηγορούμενου στη Χαλκιδική και έκπληκτη ρώτησα τίνος μάνα είναι αυτή».
Η ίδια ανέφερε ότι η Λέλα της εμπιστεύτηκε ότι είχαν καβγάδες. «Μου είπε ότι προσπάθησε να την στραγγαλίσει στην προσπάθειά του να πάρει τα δύο τους παιδιά», είπε περιγράφοντας τον κατηγορούμενο ως «άνθρωπο που ήθελε να έχει τον έλεγχο της κατάστασης κι όταν αυτό δε γινόταν θύμωνε».
Η ακροαματική διαδικασία διεκόπη αργά το απόγευμα και θα συνεχιστεί στις 16 Μαρτίου.
