Απολύτως έκθετο αφήνουν το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής οι αντιδράσεις για την τροπολογία που, μέσα σε λίγες ώρες και χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση φορέων και κομμάτων, πόσω μάλλον διαβούλευση, άλλαξε τη σύνθεση των δευτεροβάθμιων επιτροπών ασύλου που είχε θεσπίσει πριν από μόλις δυόμισι μήνες.
Σοβαρά ερωτήματα συνταγματικότητας, ανησυχία και έντονη απογοήτευση εκφράζει η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της πολιτείας, η αντίδραση της οποίας έχει βαρύνουσα σημασία δεδομένου του ρόλου και του κύρους του οργάνου, την προεδρία του οποίου ασκεί ο πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Γεώργιος Σταυρόπουλος, ο οποίος διετέλεσε και υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου.
Εντονες επιφυλάξεις για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και για το περιεχόμενο της τροπολογίας διατυπώνει με δήλωσή του στην «Εφ.Συν.» και ο γενικός γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης, Κωστής Παπαϊωάννου, ενώ 18 μέλη των Επιτροπών Προσφυγών καταγγέλλουν ευθεία πολιτική παρέμβαση στη διαδικασία ασύλου προκειμένου να γίνουν εφικτές οι απελάσεις προσφύγων στην Τουρκία που απαγορεύονται από το διεθνές δίκαιο.
Η ΕΕΔΑ εκφράζει με νόημα «την ιδιαίτερη ανησυχία της για το γεγονός ότι οι αλλαγές […] συμπίπτουν χρονικά με την έκδοση θετικών αποφάσεων των εν λειτουργία Επιτροπών Προσφυγών […] οι οποίες, στο πλαίσιο εξατομικευμένης εξέτασης προσφυγών, αποφαίνονται ότι η Τουρκία δεν είναι ασφαλής τρίτη χώρα για τους εν λόγω προσφεύγοντες».
Θέτει επίσης ζήτημα συνταγματικότητας της συμμετοχής δύο δικαστικών στις νέες τριμελείς επιτροπές που συγκροτεί η τροπολογία, καθώς παραμένει ζητούμενο η εξασφάλιση των εγγυήσεων που θα καθιστούσαν τις επιτροπές δικαιοδοτικό όργανο και όχι διοικητικό, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση.
Σοβαρά ερωτήματα συνταγματικότητας θέτει επίσης για τη διάταξη που επιτρέπει να γίνεται η συνέντευξη ασύλου στον πρώτο βαθμό «από υπάλληλο του Ευρωπαϊκού Γραφείου Υποστήριξης Ασύλου (EASO) και όχι από Ελληνα υπάλληλο επί μιας διαδικασίας που συνιστά άσκηση δημόσιας εξουσίας και μάλιστα του σκληρού πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας, όπως είναι η απονομή διεθνούς προστασίας από το ελληνικό κράτος».
Υπόδειξη του τρίτου μέλους
Επισημαίνει μάλιστα ότι η κατάργηση της διάταξης που επέτρεπε στον πρόσφυγα να ζητήσει την αυτοπρόσωπη παρουσία του στις δευτεροβάθμιες επιτροπές «συνιστά δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος της προφορικής ακρόασης, χωρίς να αιτιολογείται από συγκεκριμένο υπέρτερο δικαιοπολιτικό λόγο».
Εκφράζει, τέλος, την ιδιαίτερη απογοήτευσή της για την εμπλοκή της στη διαδικασία υπόδειξης του τρίτου μέλους των επιτροπών (σε περίπτωση που δεν υποδειχτεί το τρίτο μέλος από την Υπατη Αρμοστεία) «και μάλιστα σε τέτοιο ασφυκτικό πλαίσιο προθεσμιών […] ώστε μόνο ως προσχηματική να μπορεί να θεωρηθεί […]».
Το επιχείρημα του αναπληρωτή υπουργού Γιάννη Μουζάλα πως οι αλλαγές έγιναν για να βελτιωθούν η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των επιτροπών το αμφισβητούν ευθέως και 18 μέλη των Επιτροπών Προσφυγών.
«Από το κατεπείγον και το σκεπτικό της κατάθεσης της τροπολογίας καθίσταται προφανές ότι το υπουργείο προτίμησε να αποσπάσει την αρμοδιότητα που δύο μήνες πριν είχε επιλέξει να αναθέσει στις Επιτροπές, επειδή οι αποφάσεις τους δεν εναρμονίστηκαν με το πλαίσιο της Κοινής Δήλωσης Ε.Ε.-Τουρκίας. Κάτι τέτοιο θίγει το επαγγελματικό μας κύρος ως νομικών και κοινωνικών επιστημόνων, εξειδικευμένων ακαδημαϊκά και επαγγελματικά σε ζητήματα ασύλου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αναφέρουν σε ανοιχτή επιστολή τους.
Αναρωτιούνται γιατί δεν επιλέχτηκε ο δρόμος της αίτησης ακύρωσης των αποφάσεών τους στη Δικαιοσύνη, αν τις θεωρούσε πράγματι ελλιπείς ή αναιτιολόγητες το υπουργείο, ενώ αναφέρονται στις συναντήσεις νομικών συμβούλων και του ίδιου του αναπληρωτή υπουργού με τις Επιτροπές (σχετική αποκάλυψη είχε κάνει η «Εφ.Συν.»: «Εύλογα ερωτήματα για τη στάση Μουζάλα», 13/5/2016), που «έθεσαν απ’ την αρχή εν αμφιβόλω τη διάθεση της πολιτικής ηγεσίας να μην επέμβει στην ανεξαρτησία της κρίσης των Επιτροπών».
Και καταλήγουν:
«Η διαχείριση νομικών ζητημάτων με βάση πολιτικές σκοπιμότητες θέτει πολλά ερωτήματα για το μέλλον του συστήματος ασύλου στην Ελλάδα, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αρχής του κράτους δικαίου. Για εμάς, καθίσταται εμφανές ότι η εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης Ε.Ε.-Τουρκίας είναι ασύμβατη με τις εγγυήσεις του υπάρχοντος συστήματος ασύλου και το επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει κατακτηθεί εντός διεθνούς και ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου. Δυστυχώς, οι χειρισμοί του υπουργείου δείχνουν ότι κάθε φορά που οποιοδήποτε όργανο, παλιό ή νέο, δεν θα εναρμονίζεται με τον στόχο των μαζικών επαναπροωθήσεων στην Τουρκία, τέτοιες τροπολογίες και μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων δεν θα είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας».
Κωστής Παπαϊωάννου, Γ.Γ. Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης
«Εύλογος προβληματισμός»

«Η πρόσφατη αλλαγή της σύνθεσης των Επιτροπών Προσφυγών δημιουργεί εύλογο προβληματισμό. Η σχετική τροπολογία προωθήθηκε χωρίς ενημέρωση θεσμικά εμπλεκόμενων φορέων και με διαδικασία κατεπείγοντος, που αποστέρησε κάθε δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου.
Αυτά, μόλις δύο μήνες μετά την προηγούμενη σχετική εκτεταμένη νομοθέτηση, η οποία σήμερα αίφνης χαρακτηρίζεται μη εφαρμόσιμη. Η χρονική συγκυρία γεννά σκέψεις, γιατί το μόνο που μεσολάβησε αυτούς τους δυο μήνες είναι θετικές αποφάσεις των τωρινών Επιτροπών Προσφυγών κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης προσφυγών. Την ίδια ώρα, φωνές σε διεθνές και –δυστυχώς– σε εθνικό επίπεδο ευκρινώς υποδείκνυαν την “ευθυγράμμιση” των αποφάσεων με την Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας.
Κανονικά, η θεσμοθέτηση της συμμετοχής δικαστικών λειτουργών αποτελεί τεκμήριο ανεξάρτητης κρίσης ενός οργάνου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φοβάμαι όμως πως κάποιοι κακοπροαίρετοι μπορεί να την εκλάβουν αντίθετα, εάν η θεσμοθέτησή της συνδεθεί αντιστικτικά με τις πρόσφατες αποφάσεις των Επιτροπών Προσφυγών και μάλιστα με την επίκληση έκτακτης ανάγκης μπροστά στην οποία οι θεσμικές εγγυήσεις μπορούν και να κάμπτονται.
Η ισχυρή πίεση που ασκεί το προσφυγικό και μεταναστευτικό ρεύμα μάς καλεί αναπότρεπτα σε οριακές σταθμίσεις. Δεν θα πρέπει όμως η πίεση αυτή να οδηγήσει σε σημειακές υποχωρήσεις σε θεμελιώδη δικαιώματα των προσφύγων, της πιο ευάλωτης από τις ευάλωτες ομάδες».
