Την έκπληξή της για την υποστήριξη που παρέχει η ελληνική κυβέρνηση στη διακήρυξη Ε.Ε. και Τουρκίας, τη στιγμή που ασκεί κριτική για τις συνέπειες της διακήρυξης που έχει να αντιμετωπίσει, εξέφρασε η ειδική εισηγήτρια της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, Τινέκ Στιρκ, η οποία ετοιμάζει την έκθεση με τίτλο «Πρόσφυγες σε κίνδυνο στην Ελλάδα» που θα συζητηθεί στις 22 Ιουνίου στη Συνέλευση, όπου θα πάρει τον λόγο και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.
Απαντώντας σε ερώτηση της «Εφ.Συν.» μετά τη συνάντηση της αντιπροσωπείας της Συνέλευσης με εκπροσώπους της κυβέρνησης στη Γερουσία της Βουλής, η κ. Στιρκ σημείωσε πως η Συνέλευση έχει επικρίνει σφόδρα τη διακήρυξη Ε.Ε. και Τουρκίας, διότι στρέφεται σε βάρος των προσφύγων, και χαρακτήρισε πολύ θετικές τις αποφάσεις των ελληνικών Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι ασφαλής τρίτη χώρα η Τουρκία.
«Ρώτησα τον υπουργό αν πρόκειται η ελληνική κυβέρνηση να προσφύγει εναντίον της απόφασης και δεν πήρα ξεκάθαρη απάντηση. Είπε ότι δεν πρόκειται για ζήτημα πολιτικό αλλά νομικό, οπότε δεν βλέπει τον λόγο να δώσει μια θετική ή αρνητική απάντηση. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκεί μεγάλη πίεση στην ελληνική κυβέρνηση να θεωρήσει την Τουρκία ασφαλή τρίτη χώρα.
»Στην έκθεσή μας σημειώσαμε ότι είναι ανησυχητικό, γιατί πιστεύουμε ότι πρόκειται για κάτι που, είτε είναι δίκαιο σύμφωνα με τον νόμο είτε όχι, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μιας πολιτικής απόφασης. Πρέπει να αποτελεί όντως ασφαλή τρίτη χώρα [η Τουρκία] πριν επιστρέψεις πρόσφυγες εκεί. […]. Εμαθα ότι υπάρχουν και άλλες αποφάσεις των Επιτροπών ότι η Τουρκία δεν είναι ασφαλής τρίτη χώρα, αυτό είναι απόδειξη ότι μέχρι σήμερα οι επιτροπές λειτουργούν ανεξάρτητα.
»Ως προς το επόμενο βήμα, θα πρέπει να περιμένουμε. […] Υπάρχει πάντα η πιθανότητα της προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Αν κοιτάξει κανείς τη νομολογία του, βλέπει ότι παίρνει το θέμα πολύ σοβαρά και δεν λέει απλώς ότι είναι ασφαλής χώρα, άρα τουλάχιστον αυτό το δικαστήριο είναι αμερόληπτο».
Σε δηλώσεις του, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας Πέδρο Αγραμούντ επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει αναλάβει δυσανάλογο μερίδιο της ευθύνης για τη φροντίδα των προσφύγων και μεταναστών και κάλεσε τα κράτη της Ε.Ε. να μοιραστούν πιο δίκαια το βάρος, ανταποκρινόμενα στις υποχρεώσεις του προγράμματος μετεγκατάστασης. «Οι προσπάθειες της Ελλάδας είναι ξεκάθαρες και ορατές, η χώρα χρειάζεται την πλήρη υποστήριξη και αλληλεγγύη μας. Πρόκειται για ευρωπαϊκή ευθύνη που απαιτεί ευρωπαϊκή απάντηση», σημείωσε.
Σε συνάντησή του νωρίτερα με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο κ. Αγραμούντ εξήρε τη στάση του ελληνικού λαού και της κυβέρνησης στη διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης. Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός επεσήμανε ότι η προσφυγική κρίση έδειξε ότι η αλληλεγγύη στην Ευρώπη έχει μετατραπεί από ιδρυτική αρχή σε πολιτικό ζητούμενο. Σημείωσε ότι πρέπει να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη εφαρμογή της συμφωνίας Ε.Ε. και Τουρκίας και επανέλαβε τη θέση της κυβέρνησης ότι «ακόμα και μια συμφωνία με προβλήματα είναι προτιμότερη από τη μη συμφωνία».
Η αντιπροσωπεία επισκέφτηκε τα κέντρα φιλοξενίας στο Ελληνικό και τον Σκαραμαγκά, ενώ σήμερα επισκέπτεται το κέντρο του Ελαιώνα και τον καταυλισμό στον Πειραιά. Μικρότερη αντιπροσωπεία θα επισκεφθεί τη Λέσβο.
Την εφαρμογή της διακήρυξης Ε.Ε. και Τουρκίας συζήτησαν και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος με τον επίτροπο της Ε.Ε. Δημήτρη Αβραμόπουλο. Ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε ότι το πρόβλημα της προσφυγικής ροής βρίσκεται μπροστά μας και ότι ενδεχόμενη χαλάρωση των κρατών-μελών της Ε.Ε. θα επέτρεπε στην Τουρκία να μην τηρήσει τη διακήρυξη, γεγονός που θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα.
Ο κ. Αβραμόπουλος επισήμανε ότι 3,5 εκατομμύρια πρόσφυγες περιμένουν στην Τουρκία και τη βόρεια Αφρική να περάσουν στην Ευρώπη και σημείωσε ότι η Ελλάδα θα είναι η πρώτη που θα υποστεί τις συνέπειες από τη μη εφαρμογή της διακήρυξης. Την ίδια στιγμή που επέσειε ως απειλή την προσφυγική ροή, χαρακτήριζε ανησυχητική την άνοδο του λαϊκισμού, της ξενοφοβίας και του εθνικισμού στην Ευρώπη.
