Τη ζοφερή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες στην Ελλάδα εξαιτίας των επιλογών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να κλείσει τα βόρεια σύνορα όπως και να προχωρήσει στην αμφιλεγόμενη συμφωνία με την Τουρκία, αναδεικνύει η νέα έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας «Παγιδευμένοι στην Ελλάδα: μια προσφυγική κρίση που θα μπορούσε να αποφευχθεί».
Η έκθεση επιβεβαιώνει τα ευρήματα που καταγράφουν όλες οι εκθέσεις και αναφορές των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων το τελευταίο διάστημα, που επισημαίνουν τόσο την ελλιπέστατη ενημέρωση των προσφύγων για τα δικαιώματα και την κατάστασή τους, διαψεύδοντας τις ελληνικές αρχές που μιλούν για «πλήρη ενημέρωση», όσο και τις σοβαρές παραβιάσεις κάθε προβλεπόμενης διαδικασίας.
Αναδεικνύει επίσης την τεράστια ευθύνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι επιλογές της οποίας μαρτυρούν πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα και την κατάσταση των προσφύγων και μεταναστών.
Συνενοχή
«Είναι από μόνο του αρνητικό -και σαφώς παράνομο- να στέλνει η Ε.Ε. πρόσφυγες στην Τουρκία, υπό το πρόσχημα ότι είναι μια ασφαλής χώρα γι’ αυτούς. Είναι εξίσου επαίσχυντο, ωστόσο, να τους παγιδεύει στην Ελλάδα, σε συνθήκες που δεν είναι καλύτερες», σημειώνει η διεθνής οργάνωση.
Και εξηγεί:
Η ζοφερή πραγματικότητα είναι ότι κλείνοντας τη Βαλκανική οδό, και έχοντας αποτύχει να εφαρμόσουν αποτελεσματικά το συμφωνημένο σύστημα μετεγκατάστασης, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. είναι συνένοχα στον εγκλωβισμό των αιτούντων άσυλο σε μια χώρα -την Ελλάδα- στην οποία δεν θα τους επιτρεπόταν, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ε., να τους επιστρέψουν.
Ενώ τους τελευταίους μήνες διατέθηκαν συστήματα και πόροι για να διασφαλιστεί ότι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που φτάνουν θα δίνουν δακτυλικά αποτυπώματα και θα ελέγχονται από την αστυνομία για να προσδιοριστεί η υπηκοότητά τους, δεν έγιναν αρκετά ώστε να προετοιμαστεί η Ελλάδα για την πιο μακρόχρονη υποδοχή μεγάλων αριθμών αιτούντων άσυλο – παρότι η αύξηση αυτού του αριθμού ήταν μια εντελώς προβλέψιμη συνέπεια του κλεισίματος της Βαλκανικής οδού.
Αυτή η αποτυχία όχι μόνο επεκτάθηκε στις υλικές συνθήκες υποδοχής αλλά επίσης και στην παροχή πληροφόρησης στους αιτούντες άσυλο για τα δικαιώματά τους και τις διαδικασίες που είναι διαθέσιμες σε αυτούς και, με ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο για πολλούς, στον εντοπισμό συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ευαλωτότητας.
Συγκεκριμένα, η οργάνωση διαπιστώνει πως συστηματική πρόσβαση σε ενημέρωση έχουν μόνο οι ασυνόδευτοι ανήλικοι που παραπέμπονται στην Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής.
Ωστόσο, στη Λέσβο η Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, που παραμένει σοβαρά υποστελεχωμένη, δεν ασκεί τις αρμοδιότητές της τόσο ως προς την πληροφόρηση των προσφύγων και μεταναστών, ούτε ως προς τον εντοπισμό ευάλωτων ομάδων, έργο το οποίο αφήνεται στην αστυνομία, η οποία ωστόσο είναι αναρμόδια.
Το αποτέλεσμα είναι να μη λαμβάνεται μέριμνα για άλλες ευάλωτες ομάδες, εκτός από τους ασυνόδευτους ανήλικους και κατ’ εξαίρεση έναν μικρό αριθμό επιζώντων από ναυάγια.
Η έκθεση σημειώνει την ανασφάλεια πολλών γυναικών, που νιώθουν εκτεθειμένες σε κίνδυνο να τις εκμεταλλευτούν οι άντρες σε ορισμένους καταυλισμούς.
Υπογραμμίζει επίσης πως ασυνόδευτοι ανήλικοι κρατούνται σε αστυνομικά τμήματα για περίπου 15 ημέρες, μέχρι να μεταφερθούν σε ειδικές δομές φιλοξενίας.
Δεν ήξερα για το άσυλο
Στο Ελληνικό, όπου οι χώροι «ήταν σαφώς ακατάλληλοι ακόμα και για ολιγοήμερη παραμονή», κανείς δεν είχε πληροφόρηση για τη διαδικασία ασύλου και κανείς δεν γνώριζε για τα δικαιώματα και τις επιλογές του στην Ελλάδα.
Η οργάνωση είδε ένα πολύ μικρό κορίτσι να καθαρίζει την τουαλέτα των γυναικών με σφουγγαρίστρα και πληροφορήθηκε ότι καθαριστικά προϊόντα δόθηκαν στους φιλοξενούμενους την ίδια την ημέρα της επίσκεψης της οργάνωσης.
«Τα κράτη της Ε.Ε. το μόνο που έχουν καταφέρει είναι να επιδεινώσουν την κρίση καθώς απέτυχαν να δράσουν με αποφασιστικότητα και να βοηθήσουν στη μετεγκατάσταση των χιλιάδων αιτούντων άσυλο, η πλειονότητα των οποίων είναι γυναίκες και παιδιά», σημειώνει ο Τζον Νταλουίσεν, διευθυντής της οργάνωσης για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία.
Παρότι ο κανονισμός του Δουβλίνου δίνει τη δυνατότητα της μετεγκατάστασης προσφύγων μέσω της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης, ελάχιστοι πρόσφυγες είχαν ενημερωθεί για τα δικαιώματα που τους δίνει ο κανονισμός, ο οποίος «σπανίως χρησιμοποιείται προς όφελος των αιτούντων άσυλο και για την ανακούφιση της πίεσης στις χώρες άφιξης».
Από τις 1.023 αιτήσεις ασύλου, για τις οποίες ζήτησε η Ελλάδα να εξεταστούν σε άλλες χώρες μέσω του κανονισμού Δουβλίνου, μόνο 773 πρόσφυγες μετακινήθηκαν σε άλλα κράτη.
Ακόμα πιο προβληματική είναι η κατάσταση του προγράμματος μετεγκατάστασης.
Από τους 66.400 πρόσφυγες και μετανάστες που προβλέπεται να μετεγκατασταθούν σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., μόλις 615 είχαν φύγει από την Ελλάδα.
Από τις 160.000 θέσεις μετεγκατάστασης από την Ελλάδα και την Ιταλία, έχουν προσφερθεί μόνο 7.030 από 22 χώρες, ενώ κάποιες χώρες μείωσαν την τελευταία στιγμή πριν από τη μετακίνηση τις διαθέσιμες θέσεις ή διεξάγουν δικούς τους ελέγχους ασφαλείας και συνεντεύξεις, χωρίς να προβλέπεται, καθυστερώντας σημαντικά τη διαδικασία.
Ενας 23χρονος Σύρος που ταξίδευε μαζί με τον ανάπηρο αδερφό του για τη Γερμανία, όπου είχαν εγκατασταθεί μέλη της οικογένειάς του, είπε στην οργάνωση πως ήταν απρόθυμος να εγγραφεί στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης γιατί φοβόταν ότι θα τον στείλουν κάπου όπου δεν θα υπάρχει συριακή κοινότητα ή οικογένεια να τους υποστηρίξει, ούτε η δυνατότητα θεραπείας για τον αδερφό του.
«Πιέστηκα πολύ να γραφτώ για μετεγκατάσταση, αλλά κατέρρευσα. Αυτή είναι η ζωή μου», είπε.
Σοβαρά ερωτήματα προξενεί η σημείωση της οργάνωσης ότι, ενώ υπέβαλε την 1η Μαρτίου αίτημα στο υπουργείο Εσωτερικών για να επισκεφτεί τους πέντε χώρους προσωρινής φιλοξενίας στην Αθήνα, ενημερώθηκε ύστερα από δέκα ημέρες πως θα έχει πρόσβαση μόνο σε δύο χώρους, στο παλιό αεροδρόμιο στο Ελληνικό και στον Ελαιώνα, και μάλιστα την επομένη.
Πρόσβαση δεν δόθηκε στο Σχιστό και στους άλλους δύο χώρους του Ελληνικού, τα γήπεδα χόκεϊ και μπέιζμπολ.
Κλιμάκια ερευνητών ήρθαν στην Ελλάδα από τις 8 Φεβρουαρίου μέχρι τις 3 Μαρτίου και από τις 7 μέχρι τις 13 Μαρτίου και πήραν συνεντεύξεις από 229 πρόσφυγες και μετανάστες στην Αττική, στη Λέσβο, στη Χίο και στους Ευζώνους.
Συνομίλησαν επίσης με εκπροσώπους διεθνών οργανισμών, οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανθρωπιστικής βοήθειας και με τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
