Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ενώνει τη φωνή της με όσους αντιδρούν στα μέτρα ακροδεξιάς κοπής που αποφάσισε η κυβέρνηση Μητσοτάκη με αφορμή τις προσφυγικές ροές στην Κρήτη.
Όπως τονίζει με σαφήνεια στην ανακοίνωσή της, τα κράτη έχουν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τα σύνορά τους και να αντιμετωπίζουν την παράτυπη μετανάστευση, ωστόσο «ο έλεγχος των συνόρων ενός κράτους πρέπει να συνάδει με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο».
Στο πλαίσιο αυτό, η Ύπατη Αρμοστεία εκφράζει τη «σοβαρή ανησυχία» της για την τροπολογία που περιλαμβάνει την τρίμηνη αναστολή στις υποβολές αιτήσεων χορήγησης ασύλου για όσους φτάνουν στη χώρα με πλωτά μέσα από τη Βόρεια Αφρική καθώς και η επιστροφή τους χωρίς καταγραφή των αιτημάτων ασύλου τους.
Η οργάνωση του ΟΗΕ υπογραμμίζει ότι το αυτονόητο, ότι δηλαδή το δικαίωμα αναζήτησης ασύλου «είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο και ισχύει για κάθε άτομο, ανεξάρτητα από το πώς ή από το πού έφτασε σε μια χώρα. Ακόμη και σε περιόδους μεταναστευτικής πίεσης, τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι που αναζητούν άσυλο έχουν πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου».
Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη «δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτή τη σημαντική αρχή του διεθνούς δικαίου», ενώ ταυτόχρονα, το διεθνές δίκαιο «επιτρέπει την επιστροφή όσων ατόμων απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου τους μετά την εξέταση των υποθέσεών τους, κάτι που λειτουργεί ως πυλώνας για την εύρυθμη λειτουργία ενός συστήματος ασύλου».
«Πολλοί από τους ανθρώπους που κάνουν το επικίνδυνο ταξίδι από τη Λιβύη προς την Ελλάδα είναι μετανάστες, αλλά άλλοι είναι πρόσφυγες – άνθρωποι που διαφεύγουν από συγκρούσεις, βία και διωγμούς, και ιδίως άτομα από το Σουδάν. Οι αιτούντες άσυλο που εισέρχονται παράτυπα στο έδαφος ενός κράτους δεν θα πρέπει να τιμωρούνται εάν παρουσιάζονται χωρίς καθυστέρηση ενώπιον των αρχών», υπογραμμίζει επίσης η Ύπατη Αρμοστεία.
