ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την έντονη και συνεχή βία στα σύνορα σε βάρος προσφύγων και μεταναστών από τα σώματα ασφαλείας αποτυπώνει μεταξύ άλλων η ετήσια έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας για το 2023, αναδεικνύοντας άλλη μια φορά τις εγκληματικές πολιτικές που εφαρμόζει η κυβέρνηση, με αιχμή τις συστηματικές άτυπες επαναπροωθήσεις.

Η έκθεση, που παρουσιάστηκε χθες στην αίθουσα INNOVATHENS, στην Τεχνόπολη του δήμου Αθηναίων, από τη βοηθό συντονίστρια του Δικτύου, Γαρυφαλλιά Αναστασοπούλου, καταγράφει 158 περιστατικά ρατσιστικής βίας, που καταγγέλθηκαν σε 18 οργανώσεις-μέλη του Δικτύου, σε όλη την Ελλάδα. Πρόκειται, όπως επισημάνθηκε, μόνο για την κορυφή του παγόβουνου και σε καμία περίπτωση δεν αποτυπώνει την πλήρη εικόνα της ρατσιστικής βίας στη χώρα μας, ωστόσο η ανάλυση των ποιοτικών χαρακτηριστικών σε συνδυασμό με τα στοιχεία των τελευταίων ετών αναδεικνύει τις βασικές τάσεις του φαινομένου που δείχνει να εντείνεται, να εξαπλώνεται και να κανονικοποιείται.

Περισσότερα από 60 περιστατικά συνέβησαν κοντά στα σύνορα, σε χώρους στους οποίους συμπεριλαμβάνονται κρατικές δομές, όπως τα κέντρα υποδοχής, τα κέντρα κράτησης και τα αστυνομικά τμήματα, από ένοπλες ομάδες ανδρών με μαύρα ή στρατιωτικού τύπου ρούχα και ολοπρόσωπες μάσκες και ασυρμάτους, που προβαίνουν συχνά σε βία κατά προσφύγων και μεταναστών και αφαιρούν τα χρήματα και τα προσωπικά τους αντικείμενα, με στόχο την απομάκρυνσή τους από την επικράτεια. «Προεξέχον σε ένταση και σοβαρότητα σχετικό περιστατικό είναι αυτό του ναυαγίου της Πύλου, τον Ιούνιο του 2023, όπου εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους, ενώ στο πλαίσιο της ποινικής διερεύνησής του έχει ζητηθεί η εξέταση της ύπαρξης ρατσιστικού κινήτρου», σημειώνει η έκθεση.

Η έκθεση καταγράφει ρατσιστική βία και συμπεριφορές από εκπροσώπους του κράτους, στην πλειονότητά τους από εκπροσώπους των σωμάτων ασφαλείας, σε περισσότερα από 70 περιστατικά. «Πρόκειται για συνθήκη που διαταράσσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τις Αρχές και συμβάλλει καθοριστικά στην αύξηση της ανασφάλειας των θυμάτων και της απόφασής τους να μην προβούν σε καταγγελία των περιστατικών. Ταυτόχρονα, τροφοδοτεί το αίσθημα ατιμωρησίας των δραστών, συμβάλλοντας στη συνέχιση του φαινομένου», επισημαίνει η έκθεση.

Το δείχνουν, άλλωστε, τα στοιχεία: Από τα 158 καταγραμμένα περιστατικά, μόνο τα 13 είχαν καταγγελθεί στην αστυνομία τη στιγμή της καταγραφής και μόνο σε 5 κινήθηκε ποινική διαδικασία. Σε 99 περιστατικά, το θύμα δήλωσε ότι δεν θέλει να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες, γεγονός που αντανακλά τον φόβο ότι θα υποστεί εκ νέου ρατσιστική συμπεριφορά στα χέρια των Αρχών ή θα ξαναβιώσει το τραύμα από τη βία που υπέστη.

Ωστόσο, τα καταγραμμένα περιστατικά κάθε άλλο παρά περιορίζονται στα σύνορα ή στα σώματα ασφαλείας, αντιθέτως μαρτυρούν τη γεωγραφική διασπορά του φαινομένου. Τα 34 περιστατικά συνέβησαν στην Αττική, κυρίως κοντά στο κέντρο της Αθήνας αλλά και στον Πειραιά και αλλού, 32 περιστατικά στη Θεσσαλονίκη και 34 στον Εβρο. Καταγράφονται όμως περιστατικά και σε Κω, Λέσβο, Σάμο, Λέρο, Χίο, Καβάλα, Βόλο, Κατερίνη, Κρήτη, Σύμη, Αλόννησο, Λάρισα, Νάουσα, Εύβοια, Σέρρες, Σπάρτη, Πύλο και Φάρσαλα.

Η οργανωμένη ρατσιστική βία, αν και περιορισμένη σε σχέση με την περίοδο της ανεξέλεγκτης δράσης της Χρυσής Αυγής, παραμένει «ιδιαίτερα ανησυχητική τάση», σύμφωνα με την έκθεση, και συνδέεται άμεσα με τη διάχυτη ρητορική μίσους στον δημόσιο λόγο. Η έκθεση υπογραμμίζει το πογκρόμ κατά προσφύγων και μεταναστών στον Εβρο, τον Αύγουστο, και, την ίδια περίοδο, τη δολοφονία νεαρού μετανάστη από το Πακιστάν στον Πειραιά, σε συνθήκες που θυμίζουν τη δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν από Χρυσαυγίτες. «Οι συνθήκες τέλεσης της δολοφονίας θα πρέπει να διερευνηθούν ενδελεχώς, με αναγκαία και τη διερεύνηση του ρατσιστικού κινήτρου, όπως ζητούν οι μαρτυρίες οικείων του θύματος και των μεταναστευτικών κοινοτήτων», επισημαίνει η έκθεση.

Αναφερόμενη και στην πρόσφατη ρατσιστική επίθεση κατά δύο ΛΟΑΤΚΙ ατόμων από όχλο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, επισημαίνει: «Τα παραπάνω περιστατικά έλαβαν χώρα σε περιόδους που τόσο η κοινότητα των προσφύγων και μεταναστών όσο και η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα στοχοποιήθηκαν στον δημόσιο λόγο με ρητορική μίσους, τόσο μέσα από τον επίσημο λόγο υψηλόβαθμων πολιτικών και μελών του κοινοβουλίου όσο και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και από εκπροσώπους της Εκκλησίας στη χώρα. Η όξυνση αυτής της ρητορικής, όπως έχει επισημάνει και στο παρελθόν το Δίκτυο, κανονικοποιεί, ενθαρρύνει και εν τέλει κλιμακώνει ρατσιστικές αντιδράσεις, που ενίοτε καταλήγουν ακόμα και σε (μαζικές) επιθέσεις στον δρόμο κατά μελών των στοχοποιούμενων κοινοτήτων».

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει η έκθεση από το γεγονός ότι σε 50 περιστατικά στοχοποιούνται ανήλικοι, άτομα δηλαδή ευάλωτα λόγω της ηλικίας τους και σε φάση διαμόρφωσης και ανάπτυξης της ταυτότητάς τους. Σημειώνει ότι παραμένει σταθερή τάση η εργοδοτική ρατσιστική συμπεριφορά και βία, ιδίως κατά προσφύγων και μεταναστών και εναντίον ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Και καταγράφει ρατσιστικές συμπεριφορές και βία στην οικογένεια, στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, γεγονός που εντείνει «την ανησυχία του Δικτύου, δεδομένου ότι η οικογένεια και το σχολείο αποτελούν κοινωνικές δομές, μέσα στις οποίες το άτομο θα έπρεπε να απολαμβάνει αποδοχή, προστασία και ασφάλεια».