Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ziad περιφερόταν στους δρόμους της Αθήνας, απ΄ όπου, τον Νοέμβριο του 2013, τον «μάζεψε» η αστυνομία, καθώς δεν μιλούσε, δεν επικοινωνούσε, είχε παράξενη συμπεριφορά. Aυτονόητα τον έφερε στο Δαφνί. Πέρασαν μήνες χωρίς να είναι γνωστό το όνομά του, από πού ήταν, δεν μιλούσε παρά ελάχιστα, με «ακατάληπτες» λέξεις, αλλά σχεδόν πάντα, στα στοιχειώδη της άμεσης επικοινωνίας, καταλάβαινε ό,τι του λέγαμε, ενώ εκείνος, με εκφραστικές και ακριβείς χειρονομίες, μας υποδείκνυε τι ήθελε (καφέ, γλυκό, νοιάξιμο, στοργή). Μια ιδιαίτερη συνήθειά του ήταν να θέλει να ακουμπάει τον άλλο, όλους τους άλλους, εν είδει χαδιού.

Η κατάσταση προχωρούσε στην κατεύθυνση μιας «αναμονής χωρίς προσδοκίες» μέχρις ότου, μετά έξι μήνες, κάποιοι από την κουρδική κοινότητα που τον έψαχναν πέρασαν και από το Δαφνί, όπου και τον βρήκαν. Τότε έγινε γνωστό ποιος ήταν: Κούρδος από τη Συρία, από το Κομπάνι, με την οικογένειά του να βρίσκεται στη Γερμανία, να τον ψάχνει και να θέλει με κάθε τρόπο να τον έχει κοντά της.

Ηταν ένα από τα 8 παιδιά μιας οικογένειας που είχε αρχίσει πριν από τρία χρόνια, εν μέσω των αιματηρών συγκρούσεων στην περιοχή, να παίρνει τον δρόμο της προσφυγιάς. Τα ένα μετά το άλλο τα περισσότερα από τα αδέλφια κατάφεραν να βρεθούν στη Γερμανία. Ο Ziad, με επιληπτικές κρίσεις από 2 ετών (και άλλα νευρολογικής φύσης προβλήματα), ήταν εκείνο από τα παιδιά που πήρε μαζί της η μητέρα φεύγοντας και αυτή για τη Γερμανία, περνώντας από την Τουρκία και μετά από την Ελλάδα. Ηταν εδώ που συνελήφθη ως «χωρίς χαρτιά» και κρατήθηκε.

Η «φιλοξενία»

Με τους συνήθεις τρόπους, αυτούς ακριβώς που γεννά η ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης των μεταναστών και των προσφύγων, έγινε δυνατό o Ziad να παραληφθεί από κάποιον «κύριο» και να καταφέρει να φτάσει στην Ιταλία απ’ όπου ο εν λόγω «κύριος» τηλεφώνησε στους συγγενείς του ζητώντας περισσότερα χρήματα για να τον μεταφέρει μέχρι τη Γερμανία. Οταν του ειπώθηκε ότι είχαν εξαντληθεί και οι τελευταίες οικονομίες τους και ότι δεν υπήρχαν άλλα χρήματα, ο εν λόγω «κύριος» άφησε τον Ziad στο αεροδρόμιο και εξαφανίστηκε. Εκεί τον βρήκαν οι εξίσου «φιλόξενες» ιταλικές αρχές και τον επέστρεψαν στη «χώρα εισόδου» ως «παράνομο μετανάστη». Από το σημείο αυτό η οικογένεια έχασε τα ίχνη του και άρχισε να τον ψάχνει.

Οταν έγινε γνωστό ποιος ήταν, μια κοινωνική λειτουργός του 9ου ΨΤΕ ξεκίνησε τις διαδικασίες επανασύνδεσης με την οικογένειά του μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου που τότε υπαγόταν στο ΥΠΡΟΠΟ (σήμερα υπάγεται στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής). Μια απίστευτη γραφειοκρατία, που λειτουργεί στη λογική της απόρριψης και όχι της διευκόλυνσης των αιτημάτων ασύλου και της επανένωσης των οικογενειών, κράτησε για (άλλους) έξι μήνες την όλη υπόθεση της επανασύνδεσης του Ziad με την οικογένειά του στη Γερμανία στο «ψυγείο», ζητώντας να υπάρξει αίτηση από τον ίδιο, αρνούμενη την ανάληψη της υπόθεσης από τις υπηρεσίες του ψυχιατρείου, αλλά ακόμα και από την οικογένειά του – και αν δεν μπορούσε ο ίδιος να κάνει την αίτηση, να οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης. Αλλά αυτή η διαδικασία, προκειμένου να καταστεί δυνατή, απαιτούσε χρήμα, ένα άτομο που θα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο και απρόβλεπτης διάρκειας χρόνο.

Η ίδια η Γραμματεία Δικαστικής Συμπαράστασης δήλωσε ότι «η Υπηρεσία Ασύλου θα μπορούσε μαζί μας για αυτό και μόνο το περιστατικό να συνεργαστεί διαφορετικά». Αλλά οι εντεταλμένοι του «Δουβλίνου» προϊστάμενοι ήταν ανένδοτοι. Τελικά τον Νοέμβριο του 2014 ο ορισμός δικαστικού συμπαραστάτη ανατίθεται στη ΜΚΟ «Κέντρο Συμπαράστασης Παλιννοστούντων και Μεταναστών». Μόνο χάρη στις κοινές προσπάθειες, από εδώ και πέρα, της κοινωνικής λειτουργού του 9ου ΨΤΕ, με τη δικηγόρο (της ως άνω ΜΚΟ), η οποία ανέλαβε τελικά ως δικαστική συμπαραστάτης, επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες και έγινε δυνατόν ο Ziad να επιστρέψει την 1η Ιουλίου στην οικογένειά του στη Γερμανία.

Αρχισε να μιλάει

Ο Ziad, που μιλούσε όλο και λιγότερο, μίλησε μαζί τους πολύ περισσότερο. Μίλησε στη μητρική του γλώσσα. Δεν ήταν ο χαμένος, ο παράξενος. Είχε τη θέρμη και τη χαρά αυτού που αναγνώρισε και ξαναβρήκε την οικογένειά του. Η ιστορία αυτή μιλάει για όλα όσα αυτή τη στιγμή συγκροτούν και διέπουν το σύστημα αντιμετώπισης των μεταναστών και των προσφύγων, όχι μόνο γι’ αυτούς που το σύστημα αυτό πνίγει στα νερά της Μεσογείου, αλλά και για αυτούς που υποτίθεται ότι γλίτωσαν τον πνιγμό στη θάλασσα για να αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό πνιγμό των στρατοπέδων, του ρατσισμού, της κοινωνικής απόρριψης.

Μιλά για την απανθρωποποιημένη Ευρώπη με τους διάσπαρτους φράκτες και τα υψωμένα σύνορα, αλλά και για τη, συνήθως αφανή, καθημερινή δουλειά κάποιων λειτουργών εντός των υπαρχουσών (ακόμα) υπηρεσιών που, βάζοντας τον άνθρωπο (το «ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο») και τις ανάγκες του ως προτεραιότητα της δουλειάς τους, μπορούν ενίοτε να υπερβαίνουν και ν’ ανοίγουν δρόμους μέσα και πέρα από τα σύνορα αυτά.

* Ψυχίατρος, πρώην διευθυντής του 9ου Ψυχιατρικού Τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής

**Η οργάνωση «Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων – Κέντρο Συμπαράστασης Παλιννοστούντων και Μεταναστών», που ανέλαβε να κινήσει τη διαδικασία δικαστικής συμπαράστασης στον Ziad προκειμένου να υποβάλει αυτός αίτημα ασύλου και να μπορέσει να προχωρήσει η διαδικασία οικογενειακής επανένωσης, επισημαίνει πως η κωλυσιεργία που σημειώθηκε στην διαδικασία επανένωσης δεν οφείλεται στην υπηρεσία Ασύλου.