Την άμεση μέριμνα ώστε και οι κρατούμενοι των φυλακών Κορυδαλλού να μπορέσουν να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους με τη μέθοδο της τηλεκπαίδευσης για όσο διαρκούν τα αυστηρά μέτρα και ακολούθως όπως και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση ζητούν οι καθηγητές του Σχολείου Δέυτερης Ευκαιρίας στις Φυλακές Κορυδαλλού.
Σε ψήφισμά τους καταγγέλλουν τον αποκλεισμό κάθε δυνατότητας πρόσβασης στη μαθησιακή διαδικασία, κακές συνθήκες και ότι στο σχολείο δεν έφτασαν καν μάσκες και γάντια.
Πρωτοβουλία για τα δικαιώματα των κρατουμένων
«Κάτω από κανονικές συνθήκες θα προκαλούσε δυσάρεστη έκπληξη η παντελής αδιαφορία της Πολιτείας και ειδικότερα της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής καθώς και του Υπουργείου Παιδείας για την κατάσταση των σχολείων στις φυλακές, δυστυχώς όμως τώρα δεν προκαλεί καμία απολύτως έκπληξη.
Οι συνθήκες σχετικά με την εκπαίδευση και τα σχολεία στις φυλακές έχουν πάψει να είναι κανονικές -όσο μπορούσαν να είναι- ήδη από την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της Γενικής Γραμματέως.
Τόσο το υπουργείο Προ. Πο όσο και η ΓΓΑΠ, αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι ότι δεν έχουν καμία σχέση με αντεγκληματική πολιτική, έτσι όπως νοείται σύμφωνα με το ελληνικό και διεθνές δίκαιο και τους διεθνείς οργανισμούς.
Μέχρι σήμερα, μετά από 16 μήνες διακυβέρνησης, δεν έχει υπάρξει καμία εκπόνηση προγραμμάτων σπουδών για τους κρατούμενους/ες. Καμία στήριξη. Κανένα κίνητρο. Αντίθετα αυτό που βλέπουμε καθημερινά από τους διαφημιστές του «νόμου και της τάξης» είναι μια ευθεία επίθεση στην εκπαίδευση των κρατουμένων, με την κατεδάφιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με το κλείσιμο σχολείων, με την άρνηση να δημιουργηθεί σχολείο στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, με τις εκδικητικές μεταγωγές φοιτητών, με….. με….. Δηλαδή, η με κάθε δυνατό τρόπο παρεμπόδιση των κρατούμενων που σπουδάζουν ή που θα ήθελαν να σπουδάσουν.
Αντεγκληματική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να ασκείται μέσω twitter & facebook, αντεγκληματική πολιτική δεν είναι η διαφήμιση των εφόδων της ΟΑΕΕ στα κελιά, ούτε οι απευθείας αναθέσεις ανεξαρτήτως ποσού, και πολύ περισσότερο, βέβαια, δεν είναι η συνεχής περιστολή και καταπάτηση κεκτημένων δικαιωμάτων.
Αν υπήρχε σοβαρή αντεγκληματική πολιτική και ουσιαστική γνώση του αντικειμένου με το οποίο είναι επιφορτισμένοι οι αρμόδιοι, τότε όφειλαν να γνωρίζουν ότι αντεγκληματική πολιτική σημαίνει φροντίδα και μέριμνα για τους κρατούμενους/ες με στόχο την επανένταξη και την κοινωνικοποίησή τους, και ότι για να συμβεί αυτό η εκπαίδευση είναι ίσως ο πιο σημαντικός πυλώνας αυτής της πολιτικής, κι έτσι, αντί να την απαξιώνουν, θα έκαναν κάθε δυνατή προσπάθεια να την ενισχύσουν. Να ενισχύσουν την πρόσβαση στη γνώση που είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου».
