Aν δεν είχε υπάρξει βασικός προστατευόμενος μάρτυρας στην υπόθεση Novartis, η είδηση της σύλληψής του ως μέλους συμμορίας θα είχε περάσει μάλλον στα «ψιλά» των ειδήσεων, με αναφορά απλώς σε έναν 51χρονο συλληφθέντα, ακριβώς όπως… ονοματίζονται οι συνεργοί του. Ο επονομαζόμενος όμως «Μάξιμος Σαράφης» και η διαρροή του ονόματός του εξυπηρετεί την χωρίς ελπίδα αναστήλωση του υπό κατάρρευση κυβερνητικού αφηγήματος περί σκευωρίας στην πολύκροτη υπόθεση. Είναι όμως και ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι προστατευόμενοι μάρτυρες στη χώρα.
Πρόκειται βέβαια για τον ικανότατο πρώην διευθυντή επικοινωνίας της Novartis, που προκειμένου να γλιτώσει την «καμπάνα» (η οποία βέβαια στην Ελλάδα ειδικά δεν ήρθε ποτέ για τη φαρμακευτική) ζήτησε να καταθέσει ως προστατευόμενος, τακτική γνωστή και αποδεκτή παγκοσμίως. Ηταν μάλιστα ένα στέλεχος με «18ετή εμπειρία στον φαρμακευτικό τομέα και 10 χρόνια εμπειρίας στον τομέα των επικοινωνιών και μέσων επικοινωνίας, ταμίας στην Ελληνική Εταιρεία Φαρμακευτικού Management και μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Στη Novartis εργαζόταν, αρχικά, ως επικεφαλής Επικοινωνιών και Εταιρικής Υπευθυνότητας και στη συνέχεια ως επικεφαλής Επικοινωνίας» (πηγή: iefimerida). Χθες ο ίδιος, ο οποίος θεωρείται αρχηγικό μέλος της συμμορίας απατεώνων που «τσέπωνε» τα χρήματα υποψήφιων δανειοληπτών, πήρε από τον ανακριτή προθεσμία για να απολογηθεί το Σάββατο.
Σε βάρος του αλλά και σε βάρος των δύο ατόμων που έχουν συλληφθεί μαζί του αλλά και τεσσάρων ακόμη ατόμων που συμπεριλαμβάνονται στη δικογραφία και δεν έχουν συλληφθεί γιατί διαμένουν στο εξωτερικό, η Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας είχε ασκήσει νωρίτερα δίωξη σε βαθμό κακουργήματος και πλημμελήματος για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απάτη, πλαστογραφία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ο ίδιος φέρεται να αρνείται όλες τις κατηγορίες και, σύμφωνα με πληροφορίες από αστυνομικές πηγές, όταν συνελήφθη είπε στους αστυνομικούς ότι «αν ισχύει η απάτη, τότε έχω πέσει κι εγώ θύμα».
Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της αστυνομίας, τα μέλη της συμμορίας έταζαν σε όσους δεν διέθεταν τα εχέγγυα να πάρουν δάνεια από τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ότι μπορούν να τους εξασφαλίσουν ποσά ύψους 15-20 εκατ. ευρώ από τράπεζες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ. Για να πάρει όμως κάποιος το δάνειο έπρεπε να δώσει 100.000 ευρώ ως προκαταβολή στον φερόμενο ως… αρχηγό, γύρω στα 18.500 ευρώ για την ασφάλιση του δανείου και γύρω στα 55.000 ευρώ για τη φορολόγηση του ποσού.
Προκειμένου, δε, να πείσει ο φερόμενος ως εγκέφαλος του κυκλώματος τα θύματά του, τα συναντούσε σε υπερπολυτελές γραφείο στην οδό Πανεπιστημίου και τα έπειθε είτε με λόγια και δήθεν έγγραφα, είτε ακόμη και με βιντεοκλήσεις με έναν Ινδό που εμφανιζόταν ως διευθύνων σύμβουλος εταιρείας του εξωτερικού (ο «σωτήρας» τους). Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, έφερνε τα θύματα σε επαφή με μια γυναίκα δικηγόρο από την Κύπρο, η οποία και τα διαβεβαίωνε για την αξιοπιστία της ανύπαρκτης -σύμφωνα με τη δικογραφία- εταιρείας.
Στις έρευνες πάντως που έγιναν στα ανωτέρω γραφεία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 500 ευρώ, πέντε φορητοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εκτυπωτής και τάμπλετ, καθώς και διάφορες σφραγίδες και έγγραφα, χειρόγραφες σημειώσεις και διάφορες συμβάσεις μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων. Ανάμεσα στα θύματα φέρεται να είναι ένας ξενοδόχος της Αθήνας, ένας έμπορος τυριών, ένας επιχειρηματίας στην εστίαση, ένας ιδιοκτήτης εταιρείας λογισμικού και ένας ιδιοκτήτης ιχθυοκαλλιέργειας.
Οι ερευνητές του Τμήματος Προστασίας Περιουσιακών Δικαιωμάτων της Ασφάλειας Αττικής κατάφεραν να εξιχνιάσουν επτά περιπτώσεις απάτης, από τις οποίες η συμμορία αποκόμισε περίπου 800.000 ευρώ, ενώ κατά τους αστυνομικούς η επαπειλούμενη ζημία ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ. Εντούτοις, οι αστυνομικοί υπολογίζουν ότι ο συνολικός αριθμός των θυμάτων μπορεί να φτάσει τα 15-20, από τους οποίους ορισμένοι πιθανώς να είναι «αεριτζήδες» που έφτιαξαν εταιρείες για να πάρουν δάνεια από το Κατάρ και μετά θα τις οδηγούσαν σε πτώχευση.
