«Δεν ξαφνιάστηκε για τίποτα. Δεν μας ρώτησε τίποτα. Ούτε πού το ξέρετε ούτε τι ξέρετε. Για όλα είχε πληρωμένες απαντήσεις. Ηταν ψύχραιμη κι ετοιμόλογη, όπως όταν έδινε συνέντευξη στην τηλεόραση». Είναι η εικόνα που περιέγραφαν χθες στην «Εφ.Συν.» όσοι αστυνομικοί έτυχε να παρακολουθήσουν την εξέταση της 33χρονης Ρούλας Πισπιρίγκου ή βρίσκονταν κοντά της ώσπου να φύγει από το κτίριο του Αστυνομικού Μεγάρου Αλεξάνδρας για να πάει στην Ευελπίδων.
Στην ερώτησή μας εάν είχε συνειδητοποιήσει ότι σκότωσε το παιδί της, συγκρατήσαμε την απάντηση που μας έδωσε ένας αξιωματικός: «Δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι εμείς το ξέρουμε». Αλλος μας είπε: «Το αν το συνειδητοποίησε δεν το ξέρω. Ξέρω πως όταν ρωτήθηκε πώς σκοπεύεις να το διαχειριστείς, απάντησε: “Εγώ αρνούμαι ότι σκότωσα το παιδί μου, δεν έχω σκοτώσει το παιδί μου και δεν χορήγησα αυτή την ουσία και αμφιβάλλω αν χορηγήθηκε κιόλας. Πρέπει να το ξαναδούμε”. Αυτή είναι η στάση της. Οταν κάποιος της είπε ότι η στάση της αυτή την έχει φέρει ώς εδώ και τη ρώτησε εάν σκόπευε να την αντικαταστήσει με μια συγγνώμη, εκείνη δεν συμφώνησε και έδειξε ότι θα πορευτεί με τη δική της επιλογή».
Για το πώς οδηγήθηκαν στη μητέρα, άλλος αξιωματικός απάντησε: «Ερχόμασταν πιο κοντά στον αποκλεισμό των παθολογικών αιτίων όσο βάθαινε ο έλεγχος του προσωπικού του νοσοκομείου. Δεν μπορεί να ήταν μια νοσοκόμα. Η επιβεβαίωση ήρθε με την τοξικολογική που έδειξε υπερβολική δόση κεταμίνης. Σημαντικό σημείο ήταν να απαντηθεί ο χρόνος που μεσολάβησε από τη χορήγηση της ουσίας μέχρι τον θάνατο. Οταν μάθαμε ότι ο μέγιστος χρόνος ήταν τα 20 λεπτά, έμενε να δούμε ποιοι είχαν, σε αυτόν, πρόσβαση στο παιδί. Και ήταν εκείνη. Κανείς άλλος».
Ρωτήσαμε πώς ήταν κατά την εξέτασή της. «Ισχυρίστηκε ότι δεν έδωσε κεταμίνη. Είχε απαντήσεις για όλα. Δεν έδειξε απορία ούτε στιγμή. Ο,τι και να τη ρωτούσαμε απαντούσε ψύχραιμα, χωρίς να ξαφνιαστεί. Δεν μας έλεγε ούτε “πού το ξέρετε;” ούτε “τι ξέρετε;”. Λόγω της δημοσιότητας είχε τον χρόνο να επεξεργαστεί τα πάντα στο μυαλό της και να σχηματίσει μια εικόνα για το αν έπρεπε να πει “ναι ή όχι”. Το θέμα της δημοσιότητας ήταν επιβαρυντικό για εμάς».
Σχετικά με το πώς αντέδρασε όταν της είπαν ότι στο παιδί της βρέθηκε κεταμίνη και ξεψύχησε από την υπερβολική δόση της, μας ανέφεραν ότι ουσιαστικά δεν απάντησε: «Μας είπε: “Εντάξει, αυτό το σενάριο το ξέρω. Το έχω ακούσει στην τηλεόραση. Την ώρα που ήρθατε και μου ζητήσετε να ‘ρθω μαζί σας, το έβλεπα στην τηλεόραση και το γκούγκλαρα. Ε, ξέρω για την κεταμίνη. Τι θέλετε να πείτε;”.
H εξέτασή της έγινε στο πλαίσιο που η ίδια είχε ήδη σχεδιάσει, τι θα πει και πώς. Καταλαβαίναμε ότι ψυχολογικά είχε δεσμευτεί δημόσια σε μια συγκεκριμένη στάση και ήταν πολύ δύσκολο να υπαναχωρήσει από αυτήν. Οταν έχεις βγει και έχεις πει συγκεκριμένα πράγματα, δεν είναι εύκολο να τα αναιρέσεις και να πεις: “Κορόιδευα όλο τον κόσμο”. Η δημόσια δέσμευσή της ήταν πολύ ισχυρή για να την αναιρέσει».
Κατά την εξέτασή της δεν ήταν παρών κάποιος ψυχολόγος ή ψυχίατρος, όμως όσοι αστυνομικοί την είδαν έλεγαν ότι ήταν «απόλυτα λειτουργική». Δεν διαπίστωσαν, έλεγαν, κάτι εμφανές που να τους προβλημάτισε σχετικά με την ψυχολογία της. «Δεν ήθελε ούτε η ίδια ψυχολογική υποστήριξη», μας είπαν και πρόσθεσαν: «Δεν το ζήτησε, εξάλλου».
Σχετικά με το αν θα εξεταστεί ο Μάνος Δασκαλάκης και πότε, απαντούσαν, τέλος, ότι θα υπάρξει πρώτα συνεννόηση με την Εισαγγελία που παρήγγειλε την προκαταρκτική για τα άλλα δύο κορίτσια της οικογένειας, ενώ όταν αξιωματικός ρωτήθηκε εάν είχε επικοινωνήσει μαζί της ο άντρας της, μας απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε: «Είναι σχετικό για ποιο πράγμα μιλάμε. Μιλάμε για τον άντρα της ή για τον πατέρα του παιδιού που δολοφόνησε; Για ποιο από τα δύο; Εχει και τις δύο ιδιότητες ο ίδιος άνθρωπος».
