Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποια είναι αυτή η Ismini; Αφήνω την ίδια να συστηθεί στους αναγνώστες της Efsyn City.

Ιδού: «Είμαι η Ismini, Ελληνοκαναδή μουσικός και τραγουδοποιός. Γράφω και ερμηνεύω τα δικά μου κομμάτια, κυρίως σε αγγλικό στίχο. Η σχέση μου με τη μουσική ξεκίνησε πριν ακόμη μάθω να μιλάω. Από τα έξι μου σπούδαζα πιάνο, θεωρία και φωνητική, και αργότερα αποφοίτησα από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο με πτυχίο Bachelor of Music στην κλασική φωνή. Η μουσική είναι για μένα τρόπος ύπαρξης, αλλά όχι ο μόνος. Διδάσκω παιδιά, και αυτή η επαφή, η καθημερινή συμμετοχή στην εξέλιξή τους, είναι από τις πιο συγκινητικές εμπειρίες που έχω ζήσει».

  • Και τι είναι αυτά που σε χαρακτηρίζουν;

 «Θα έλεγα πως με χαρακτηρίζουν η ευαισθησία και η ανάγκη για σύνδεση, είτε μέσα από ένα τραγούδι είτε μέσα από μια ανθρώπινη στιγμή».

  • Και μιας και αρχίσαμε με συστάσεις, πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου με μια εικόνα;

«Εγώ στο πιάνο, σε ένα ηλιοβασίλεμα, με τους ήχους της φύσης, σε αυτό το σημείο ανάμεσα στο φως και στη γαλήνη, όπου όλα ησυχάζουν».

Η Ismini (Ισμήνη Παπαδοπούλου) λοιπόν είναι κλασικά εκπαιδευμένη σοπράνο με πολυετή επαγγελματική εμπειρία στην ερμηνεία και τη διδασκαλία. Στην αρχή φέτος παρουσίασε το πρώτο της single, «Hallucinate», ενώ το καλοκαίρι κυκλοφόρησε και το πρώτο της EP, με τίτλο «PURPLΕ», σε δικούς της στίχους και μουσική.

«Το “PURPLE” είναι το πρώτο μου EP και ίσως η πιο προσωπική δουλειά απ’ ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα», μας λέει η ίδια. «Είναι τέσσερα τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές στιγμές, αλλά έχουν ένα κοινό νήμα, τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Μια φάση που είναι γεμάτη αντιθέσεις, ανασφάλειες και μικρές αποκαλύψεις. Κάθε τραγούδι στο EP εκφράζει μια διαφορετική πλευρά αυτής της μετάβασης. Το “Hallucinate” αφορά τις σχέσεις που μένουν μέσα μας σαν παραίσθηση, το “Sunsets” βλέπει τη ζωή μέσα από το φως και τα χρώματα, το “Stars” είναι πιο ήσυχο και νοσταλγικό, και το “When Did I Stop Being a Kid” είναι ίσως το πιο ευάλωτο και μιλά για την απώλεια της παιδικότητας και την αρχή της ενηλικίωσης. Το “PURPLE” γεννήθηκε από την ανάγκη μου να εκφράσω και να ενώσω τις αντιθέσεις αυτής της μετάβασης, να καταλάβω και να εξετάσω πώς συνυπάρχουν η απώλεια και η δύναμη. Είναι ένα μικρό κομμάτι μου, ντυμένο στο μωβ, και όχι μόνο, χρώμα».

  • Οι σπουδές είναι το βασικότερο στη μουσική τελικά ή προηγούνται το ταλέντο και η έμπνευση;

«Οι σπουδές, σε κάθε τομέα, είναι ένα εργαλείο — όχι η ίδια η τέχνη. Για μένα, το πιο σημαντικό στη μουσική είναι η έμπνευση και η ανάγκη για έκφραση».

  • Και το ταλέντο;

«Το “ταλέντο” το βλέπω περισσότερο σαν μια εσωτερική ανησυχία που ψάχνει τρόπο να βγει προς τα έξω, να γνωστοποιηθεί, να μεταμορφωθεί σε κάτι δημιουργικό. Η μουσική δεν περιορίζεται στους “ταλαντούχους” και σίγουρα όχι μόνο στους επαγγελματίες. Ανήκει σε όλους μας και σε κανέναν ταυτόχρονα. Είναι εκεί για να την υπηρετούμε και για να μας υπηρετεί. Τις φωνές μας τις έχουμε για να εκφραζόμαστε, είτε με λόγια είτε με μελωδίες».

  • Οι περισσότεροι νέοι αυτή την εποχή φεύγουν από την Ελλάδα, εσύ όμως γύρισες, ακολουθώντας αντίθετη διαδρομή, από τον Καναδά στην Ελλάδα. Γιατί;

 «Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει εύκολη απάντηση σε αυτό. Ο Καναδάς και η Ελλάδα είναι δύο πολύ διαφορετικοί κόσμοι, αλλά κανείς από τους δύο δεν είναι ιδανικός. Ο Καναδάς έχει μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, αλλά μια ποιότητα ζωής που για μένα, ειδικά στο Τορόντο, δεν λειτουργούσε. Η Ελλάδα, από την άλλη, έχει φως, θάλασσα, ανθρώπους και μια οικειότητα που δύσκολα αντικαθίστανται. Νομίζω πως τελικά δεν είναι ότι επέλεξα να “γυρίσω” στην Ελλάδα — είναι ότι επέλεξα να φύγω από τον Καναδά. Επιλέγω όμως να δώσω μια ευκαιρία σε αυτόν τον τόπο που καθημερινά με απογοητεύει και με συγκινεί ταυτόχρονα. Γιατί, όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες, υπάρχει ακόμα κάτι εδώ που με κρατά — ίσως η κουλτούρα, η φύση, ή απλώς οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν ξέρω αν είναι μια απόφαση “για πάντα”. Συχνά σκέφτομαι πώς θα ήταν να ζήσω αλλού ξανά. Αλλά προς το παρόν, είμαι εδώ και προσπαθώ να κάνω το “εδώ” να αξίζει».

  • Ενώ είσαι σοπράνο, στα τραγούδια σου, στο Hallucinate για παράδειγμα αλλά και στο Stars, ακούγεσαι διαφορετική, σαν μία, ας το πούμε έτσι για να συνεννοηθούμε, πιο «κανονική» τραγουδίστρια. Είναι αυτό ένας άλλος άνθρωπος, μια άλλη περσόνα;

«Νομίζω πως η “κανονικότητα” της φωνής ορίζεται από το πιο γνώριμο και διαδεδομένο σε αντίθεση με κάτι οπερατικό. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται για άλλη περσόνα. Κάθε είδος τραγουδιού έχει τη δική του τεχνική, οπότε θα ήταν εντελώς άτοπο να τραγουδάω με οπερατικό τρόπο ένα κομμάτι που έχει ξεκάθαρα pop χαρακτήρα, και μουσικά και στιχουργικά».

  • Δεν είναι θέμα είδους τραγουδιού δηλαδή…

«Δεν βλέπω τον εαυτό μου σαν διαφορετική εκδοχή ανάλογα με το είδος που τραγουδάω. Για μένα, όλη η μουσική επικοινωνεί μεταξύ της, ακόμη κι αν τα είδη έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τίποτα δεν υπάρχει χωρίς το “άλλο”, όπως και στον άνθρωπο. Έτσι, η Ismini που τραγουδά κλασική μουσική και η Ismini που γράφει και ερμηνεύει pop κομμάτια δεν είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα αλλά είναι πλευρές του ίδιου ανθρώπου που συνδέονται, όπως ακριβώς συνδέονται και οι διαφορετικές μορφές της μουσικής μεταξύ τους».

  • Τι διαφορά έχει η κλασική μουσική από την ροκ και την ποπ;  

«Οι διαφορές ανάμεσα στα είδη βρίσκονται κυρίως στο ύφος, στην πολυπλοκότητα της σύνθεσης και στη χρονική ή γεωγραφική προέλευσή τους. Κάθε είδος κουβαλά τα δικά του χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, η κλασική μουσική έχει πιο θεατρική ή λογοτεχνική βάση, συχνά μελοποιεί ποίηση ή αφηγείται ιστορίες, ενώ η ποπ και η ροκ έχουν πιο άμεση και διαδραστική σχέση με το κοινό».

  • Ενορχηστρωτικά;

«Φυσικά υπάρχουν μεγάλες διαφορές, αλλά αυτό που με συναρπάζει είναι πως όλα τα είδη μπορούν να συνομιλήσουν. Ένα ροκ κομμάτι μπορεί να γίνει κλασικό, ή το αντίστροφο, απλώς αλλάζοντας την ενορχήστρωση. Μπορούν και να συνδυαστούν, όπως έκαναν οι Queen με απίστευτη επιτυχία. Πιστεύω πως μέσα σε κάθε είδος υπάρχει μια αλυσίδα έμπνευσης. Κάθε δημιουργός εμπνέεται από όσους προηγήθηκαν και συμβάλλει, με τη σειρά του, στη διαμόρφωση του ήχου του είδους. Έτσι, η μουσική εξελίσσεται, όχι με όρια αλλά μέσα από διάλογο.

  • Ελληνική μουσική ακούς; Άκουγες;

«Ναι, φυσικά. Έχω μεγαλώσει με πολλά ελληνικά ακούσματα. Όταν ήμουν μικρή, άκουγα συχνά πριν κοιμηθώ το άλμπουμ του Μάνου Λοΐζου “Για μια μέρα ζωής”. Αργότερα, από το δημοτικό μέχρι την ενηλικίωση, συμμετείχα σε χορωδίες όπου τραγουδούσαμε έργα μεγάλων Ελλήνων συνθετών όπως ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις και άλλοι. Στην εφηβεία, τα ακούσματά μου άρχισαν να ανοίγουν: Παύλος Σιδηρόπουλος, Στάθης Δρογώσης, Ταφ Λάθος, λίγο απ’ όλα. Γενικά θα έλεγα πως ακούω ελληνική μουσική σε ένα ποσοστό γύρω στο 30%, και το υπόλοιπο είναι αγγλόφωνη ή ορχηστρική μουσική, κλασική, πιάνο ή instrumental κομμάτια. Η ελληνική μουσική όμως υπάρχει πάντα μέσα μου, έστω κι αν δεν είναι το κυρίαρχο άκουσμα. Είναι η βάση μου, με έναν τρόπο που δεν χρειάζεται να είναι εμφανής για να είναι βαθιά ριζωμένη».