efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι τρεις, είναι θορυβώδεις και παίζουν πάντα με την ένταση στο φουλ.

Οι Bastard Sword έχουν κυκλοφορήσει το βαρύ και ασήκωτο «Bastard Sword I» και έχουν βαλθεί να μας πάρουν τα αυτιά σε κάθε λάιβ τους.

Τώρα ετοιμαζόμαστε να τους απολαύσουμε ξανά ζωντανά στη σκηνή του New Long Fest, την Κυριακή 21 Ιουνίου, και είμαστε έτοιμοι για doom, ψυχεδέλεια και τεράστιες κιθάρες.

Οι Bastard Sword στη χώρα των… heavy riffs

Σχεδόν δικαιωματικά έπρεπε να τους ρωτήσουμε να επιλέγουν τα δέκα πιο heavy άλμπουμ που έχουν ακούσει. 

Bathory – Under the sign of the Black Mark (1986)

Κανείς δεν είχε σκεφτεί να παίξει τόσο σκληρά μέχρι τότε, κανείς επίσης δεν είχε σκεφτεί να πλαισιώσει αυτή την ηχητική βαρβαρότητα με μια τόσο εστέτ αισθητική ματιά (οι γοτθικού τρόμου πινελιές που μοιάζουν να προέρχονται από ταινία της Hammer), έστω κι αν ο άνθρωπος πίσω από τους Bathory οδηγήθηκε σ’ αυτόν τον ήχο επειδή δεν υπήρχε budget για πιο επαγγελματικές ηχογραφήσεις. Τι τα θες, στην Τέχνη πολλές φορές τα σπουδαία προκύπτουν από ατύχημα, και ο Τόμας Φόρσμπεργκ που πέρασε σαν σίφουνας απ’ αυτή τη μουσική (πέθανε μόλις 36 ετών), άφησε παρακαταθήκη όχι ένα, αλλά δύο μουσικά ρεύματα που χρωστούν την ύπαρξή τους σ’ αυτόν.

St. Vitus “V” (1990)

Με αφετηρία το βαθύ πρώτο χνάρι των Black Sabbath, οι Αμερικάνοι εδώ προσθέτουν γενναίες δόσεις punk αλητείας σε έναν ήχο που ήδη χαρακτηριζόταν δεινοσαυρικός – δεν πρέπει να υπήρξε ποτέ πιο “uncool” μπάντα από τους St. Vitus. Δίσκος εντυπωσιακά άκαμπτος, με ήχο που δε μοιάζει να έχει προκύψει από κάποια “μελέτη”, το “V” πήρε αυτή τη μουσική από το χεράκι για να την παράτησε στην πιο κακόφημη συνοικία του Λος Άντζελες (απ’ όπου κατάγεται η μπάντα), αφήνοντας την να τα βγάλει πέρα μόνη της.

Cathedral “Forest of Equilibrium” (1991)

Ένας από τους δυο μουσικούς που εγκατέλειψαν την πιο γρήγορη μπάντα του κόσμου(Napalm Death) για να φτιάξει την πιο αργή, ο Βρετανός Λι Ντόριαν παρουσίασε στα έκθαμβα πλήθη τους Cathedral στις αρχές των 90s, Οι κιθάρες εδώ βαρυγκομούν βαθιά, πάλι ξεκινώντας από αυτό το πρώτο κομμάτι στον πρώτο δίσκο των Sabbath, όμως εδώ τα όργανα ακούγονται τόσο χαμηλοκουρδισμένα που μερικές φορές μετα βίας ξεχωρίζεις την τονικότητα, και αυτό που μένει είναι η αίσθηση μιας νεκρώσιμης ακολουθίας, σε υψηλά ντεσιμπέλ. Στα επόμενα άλμπουμ οι ταχύτητες ανέβηκαν – λες και ο δίσκος έπεσε βαρύς και στη μπάντα που τον έγραψε.

Harvey Milk “Courtesy and Goodwill Towards Men” (1997)

Από την πιο απίθανη γωνιά για doom – την ηλιόλουστη και συνονόματη Άθενς της Τζόρτζια, πατρίδα των R.E.M. – οι Harvey Milk του Κρέστον Σπίερς οπλίζουν την κατάθλιψη με εργαλεία ξένα στο είδος (πιάνο, αρμόνιο, ακόμα και τρίγωνο), και το βάρος εδώ δεν προέρχεται από από την αίσθηση μιας αργής, ανθρώπινης κατάρρευσης. Κάπου στο τέλος ο Σπίερς απομένει μόνος με μια ακουστική κιθάρα και διασκευάζει το “One of Us Cannot Be Wrong” του Λέοναρντ Κοέν, ένα κλείσιμο που δουλεύει καλύτερα απ΄ ότι θα περίμενε κανείς. Δεν είναι ακριβώς doom, δεν είναι ακριβώς sludge αλλά είναι σίγουρα τεράστιο, κι ίσως γι’ αυτό κουβαλάει τη φήμη του πιο ασυμβίβαστου ηχητικού πορτρέτου της κατάθλιψης που έχει βγει από το αμερικανικό underground.

Electric Wizard – Dopethrone (2000)

Όπου η doom σχολή του 90s μιλούσε με τη γλώσσα της θλίψης, οι Electric Wizard του Τζας Όμπορν επέλεξαν τη γλώσσα της μαύρης λειτουργίας. Ηχογραφημένο σε τρεις μέρες κάπου στο Ντόρσετ (υπάρχουν και ωραία βίντεο της διαδικασίας στο youtube, που αποδεικνύουν με πόσα λιγα εργαλεία μπορεί να φτιαχτεί ένας σημαντικός δίσκος) και κυκλοφορημένο από τη δισκογραφική του τρισμέγιστου Λι Ντόριαν, το Dopethrone παίρνει τη λατρεία στους Black Sabbath και τη βουλιάζει μέσα σε μια ηθελημένα λασπώδη και βάρβαρη παραγωγή, με samples από ταινίες τρόμου β’ κατηγορίας του 70s να ξεπηδούν σαν ψιθυριστές προσευχές. Σε εποχή που το stoner doom καθάριζε για να γίνει σχεδόν mainstream, οι Electric Wizard βυθίστηκαν βαθύτερα στη λάσπη, υπογράφοντας ίσως τον πιο τοξικό δίσκο που έχει βγει ποτέ από την οικογένεια του Sabbath.

Sleep – Dopesmoker / Jerusalem (1996 / 2003)

“Μερικές φορές ένα ρίφ είναι τόσο καλό που απλά θες να το ακούς ξανά και ξανά και ξανά” λέει ο μουσικογραφιάς J Bennet στο ντοκουμέντο της Stoner σκηνής “Such Hawks Such Hounds”. Ν’ αγιάσει το στόμα σου μάστορα. Παραδομένος στη London Records το 1996 ως ένα και μοναδικό κομμάτι 63 λεπτών, ο τρίτος δίσκος των Sleep απορρίφθηκε ως μη εμπορεύσιμος, η μπάντα διαλύθηκε στην απογοήτευση που ακολούθησε, και η ολοκληρωμένη του μορφή είδε το φως της δημοσιότητας μόλις το 2003. Ένα (περίπου) ριφ, απίστευτη ρυθμολογία από τον Κρίς Χάκιους και μινιμαλ φωνητικές πινελιές από τον Αλ Σισνέρος συντελούν στη δημιουργία του απόλυτου χασισοδίσκου.

My Dying Bride – Turn Loose the Swans (1993)

Στο Bradford των αρχών των 90s, οι My Dying Bride διαμόρφωσαν το Funeral Doom όπως το ξέρουμε: σερνόμενα riffs, ο Άαρον Στέινθορπ να εναλλάσσει νεκροπομπική μπαρίτονο απαγγελία με θανατηφόρα growls, και — κίνηση ματ — ένα βιολί από τον Μάρτιν Πάουελ που τραβάει γραμμές πιο πένθιμες κι από τα ίδια τα φωνητικά. Το Turn Loose the Swans είναι ο δίσκος που έκανε τη ρομαντική απελπισία όπλο μάζας: βαρύ σαν ταφόπλακα και ταυτόχρονα μελοδραματικό σαν όπερα του 19ου αιώνα.

Godflesh – Streetcleaner (1989)

Αν ο Λι Ντόριαν εγκατέλειψε τους Napalm Death για να φτιάξει την πιο αργή μουσική, ο Τζάστιν Μπρόντρικ — που έπαιξε την κιθάρα στη Side A του Scum σαν 16χρονος — βγήκε από την ίδια πόρτα για να φτιάξει την πιο απάνθρωπη. Στο Streetcleaner, ηχογραφημένο μέσα στο σκουριασμένο Μπέρμιγχαμ που γέννησε και τους Black Sabbath, ο Μπρόντρικ και ο Τζ. K. Γρήν πετάνε τον ντράμερ στα σκουπίδια και τον αντικαθιστούν με ένα drum machine που σφυροκοπά μεθοδικά σαν πρέσα εργοστασίου, αφήνοντας τις κιθάρες και το μπάσο να σέρνονται από πάνω σαν τοξική ομίχλη πάνω από αποχετευτικό αγωγό. Είναι ίσως ο πρώτος δίσκος στην ιστορία όπου το βάρος προέρχεται όχι από ανθρώπινη δεινότητα αλλά από την παραίτηση μπροστά στη μηχανή — δίσκος-θεμέλιο όλου του industrial metal που ακολούθησε, και του πιο αλλόκοτου είδους doom: αυτού που μυρίζει βιομηχανικό λάδι αντί για χασίς και θυμίαμα.

Earth – Earth 2: Special Low Frequency Version (1993)

Στα 1993 ο Ντίλαν Κάρλσον και ο Ντέιβ Χάργουελ μπήκαν σε στούντιο στο Σιάτλ και ηχογράφησαν ίσως τη στιγμή που η βαρύτητα έπαψε να είναι ζήτημα έντασης και έγινε ζήτημα φυσικής. Αν δεν το έχετε ακούσει, ακούστε Sunn))), που ανέλαβαν να συνεχίσουν την πρώτη εποχη τον Earth, την οποία ο ίδιος ο Κάρλσον άφησε πίσω του για να εφεύρει την Drone Americana με τους μετέπειτα δίσκους του. Είναι αρκετά απίστευτο ότι 73 λεπτά ντρόουν κυκλοφορούν την εποχή που ο σκληρός ήχος έχει στραφεί προς το άλλο άκρο με το Death Metal.

Black Sabbath – Master of Reality (1971)

Γίνεται να λείπει από αυτή τη λίστα άλμπουμ των Sabbath; Μάλλον μόνο αν προσπαθήσουμε να πουλήσουμε μούρη για τις βαθιές γνώσεις μας. Θα ήταν άδικο όμως γιατί, αν πολλά από τα προηγούμενα άλμπουμ ξεκίνησαν νέα ήδη βαριάς μουσικής, η αφετηρία όλων είναι εδώ. Stoner, Doom, Funeral, Drone, χουατέβερ. Τα λειψά δάχτυλα του Tony Iommi ακουμπάνε τις χαμηλοκουρδισμένες χορδές της Gibson SG του, και ο δίσκος – προπάτορας όλων ακόμα μας συγκινεί.