Είναι αρκετά κοινότοπο στο ποδόσφαιρο να λέμε πως το πήρε η ομάδα που το ήθελε περισσότερο. Αυτό όμως ίσχυσε χθες στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος, όπου η ΑΕΚ επικράτησε του Ολυμπιακού με 2-1 και κατέκτησε το 15ο Κύπελλο στην ιστορία της.
Αυτή ήταν και η μοναδική κοινοτοπία στο χθεσινό ματς στο ΟΑΚΑ, που κατά τα λοιπά φιλοξένησε μια σειρά από… καινοτομίες.
Τελικός χωρίς θεατές, αλλά με οργανωμένους οπαδούς και των δύο ομάδων (50 και 50 περίπου) να δίνουν το «παρών» στα επίσημα του σταδίου ως… προσκεκλημένοι των δύο ΠΑΕ!
Ευτυχώς οι φόβοι δεν επιβεβαιώθηκαν και όλα κύλησαν ήρεμα, χωρίς έκτροπα. «Παράξενο» κι αυτό. Επίσης, είχαμε πολύ καλή διαιτησία σε ένα ματς που ουδείς δικαιούται να φωνάξει για το παραμικρό, μιας και ο Σιδηρόπουλος μοίρασε το καρπούζι στη μέση, αν και δεν συνάντησε κάποια πολύ δύσκολη φάση στο διάβα του.
Και όλα αυτά με την «Ενωση» να είναι πολύ καλύτερη μέσα στον αγωνιστικό χώρο και να κατακτά δίκαια το τρόπαιο.
Για την ακρίβεια, ήταν πιο «ομάδα» από τον Ολυμπιακό. Πιο συγκροτημένη, πιο μαζεμένη, καθόλου άναρχη και με σωστή ανασταλτική λειτουργία, έφτασε στη νίκη, που πανηγυρίστηκε έξαλλα.
Μπορεί ο Σαλίνο να δήλωσε πως «η ΑΕΚ έκανε δύο γκολ σε δύο φάσεις», όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Και τα γκολ της ΑΕΚ προήλθαν από τεράστια αμυντικά κενά των «ερυθρόλευκων».
Στο 38′ ο Μάνταλος σκοράρει με κεφαλιά αφύλακτος μέσα στην περιοχή, ενώ στο 51′ ο Τζιμπούρ έφυγε στην κόντρα και με πλασέ έκανε το 2-0. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο Αλγερινός προχωρά ανενόχλητος, με τον Μαζουακού που -υποτίθεται- τον μάρκαρε να κάνει χαλαρό… τζόγκινγκ αρκετά μέτρα πίσω του.
Τα στόπερ βρίσκονταν εκτός θέσης και ο φιλότιμος Σαλίνο έφτασε στην άλλη πτέρυγα μακριά από τον τομέα ευθύνης του, μήπως και σώσει την κατάσταση. Δεν τα κατάφερε.
Αυτές οι φάσεις ήταν ενδεικτικές της εικόνας που παρουσίασε ο Ολυμπιακός, ο οποίος ούτε επιθετικά έδειξε κάτι το ιδιαίτερο.
Επιθέσεις δίχως πλάνο, φαντασία και νεύρο. Εκανε την πρώτη του καλή φάση στο 50′ (σουτ Κασάμι – απόκρουση Ανέστη), ενώ έκανε πάλι αισθητή την παρουσία του στο τέλος του ματς και μόνο με μακρινά σουτ.
Στο 80′ προσπάθεια του Μαζουακού βρήκε το οριζόντιο δοκάρι, ενώ στο 84′ η μείωση του σκορ από τον Τσόρι Ντομίνγκες ήρθε πάλι από μακριά, κι αφού βέβαια ο Ανέστης έκανε κακή εκτίμηση της φάσης.
Ο Μάρκο Σίλβα έριξε την ευθύνη στη μηνιαία αποχή. Ομως όσο δίκιο και να έχει, δεν ήταν εικόνα αυτή για τον πρωταθλητή Ελλάδας.
Παίκτες που έπαιζαν σαν να μην έχουν κίνητρο και φυσικά κακές επιλογές του ίδιου στη σύσταση της ενδεκάδας. Εκτός ο Ιντέγε για να παίξει βασικός ο Πουλίδο, έξω και ο Πάρντο για χάρη του Ερνάνι, όπως και ο Σιόβας για τον «επικίνδυνο» Ντα Κόστα.
Επειδή οι συγκεκριμένοι αγωνίστηκαν καλά στα τελευταία -παντελώς- αδιάφορα ματς του πρωταθλήματος, δεν σημαίνει πως θα μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος και σε έναν τελικό.
Απέναντι, μάλιστα, στη σοβαρή ΑΕΚ, που με τους Γιόχανσον-Σιμόες έκλεισε τους διαδρόμους προς την ασταθή άμυνά της, με τα εξτρέμ να μαρκάρουν ακατάπαυστα σαν μπακ και τον Ράφικ Τζιμπούρ να κάνει το παιχνίδι της χρονιάς, μιας χρονιάς όπου βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, αλλά την κρίσιμη στιγμή πήρε την ομάδα του από το χέρι, κάνοντας «δώρο» σε αυτούς που τον πίστεψαν από τη διοίκηση και ενδεχομένως παίρνοντας και εκδίκηση από την πρώην ομάδα του.
Το φινάλε της αναμέτρησης βρήκε τους 100 ΑΕΚτζήδες να πανηγυρίζουν έξαλλα υπό τους εκκωφαντικούς ήχους του ύμνου του συλλόγου και τα πυροτεχνήματα να κάνουν τη νύχτα μέρα, στο απελπιστικά άδειο Ολυμπιακό Στάδιο.
Η 17η Μαΐου θα μνημονεύεται δικαιολογημένα ως μέρα γιορτής για τον Δικέφαλο, σαφώς όχι όμως για το ελληνικό ποδόσφαιρο.
