Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ποδόσφαιρο ήταν η μεγάλη αγάπη του Μιρτσέα Λουτσέσκου μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Το υπηρέτησε ως παίκτης -δεξιός εξτρέμ για την ακρίβεια- από το 1961 έως το 1982. Κυρίως στην Ντιναμό Βουκουρεστίου και την τελευταία πενταετία στην Κορβινούλ, όπου και κρέμασε τα παπούτσια του, ως ποδοσφαιριστής-μάνατζερ. Είχε 64 παρουσίες και 9 γκολ στην εθνική ομάδα της Ρουμανίας, το περιβραχιόνιο της οποίας φόρεσε στο Μουντιάλ του 1970. Με εξαίρεση την τελευταία δεκαετία, όταν και εμφάνισε προβλήματα υγείας, δεν υπήρξαν διαλείμματα στην προπονητική του καριέρα. Το αντίθετο μάλιστα: στη διάρκεια της πρώτης του θητείας (στην Κορβινούλ, 1979-82) ξεκίνησε και η πρώτη του θητεία ως ομοσπονδιακού τεχνικού της Ρουμανίας (1981-86), όπου βρισκόταν και όταν μεταπήδησε στην Ντιναμό Βουκουρεστίου!

Μετά τη Ρουμανία, σειρά είχε η ανακάλυψη της Ιταλίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε μια εποχή που το κάλτσιο μεσουρανούσε στην Ευρώπη. Εκανε στάσεις στις Πίζα, Μπρέσια, Ρετζάνα και Ιντερ, ενώ ενδιαμέσως επέστρεψε και στην πατρίδα του δύο φορές για λογαριασμό της Ραπίντ Βουκουρεστίου. Το 2000 διαδέχτηκε τον Φατίχ Τερίμ στο τιμόνι της Γαλατασαράι, η οποία μόλις είχε κατακτήσει το Κύπελλο UEFA, και την οδήγησε άμεσα στον θρίαμβο επί της Ρεάλ Μαδρίτης στο ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ το ίδιο καλοκαίρι. Στην Κωνσταντινούπολη άφησε μόνο φίλους, μολονότι εκτός της «Τσιμπόμ» κάθισε στον πάγκο και μίας μεγάλης αντιπάλου της στην Πόλη, της Μπεσικτάς.

Εκεί κέρδισε την προσοχή του κροίσου ιδιοκτήτη της Σαχτάρ Ντονιέτσκ, Ρινάτ Αχμέτοφ. «Προσπάθησε να αποσπάσει την υπογραφή μου τρεις φορές, όμως του απαντούσα αρνητικά», είχε πει σε συνέντευξή του στην Gazzetta dello Sport ο Λουτσέσκου, για να προσθέσει: «Την τέταρτη φορά, έστειλε το προσωπικό του αεροπλάνο και, όταν προσγειωθήκαμε στο Ντονιέτσκ, με παρουσίασε ως νέο τεχνικό της Σαχτάρ. Τι μπορούσα να κάνω;». Εμεινε στην Ουκρανία δώδεκα χρόνια και κατέκτησε 8 Πρωταθλήματα, 5 Κύπελλα, 6 Σούπερ Καπ Ουκρανίας, έφτασε την ομάδα έως τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ και εγκαινίασε την ευρωπαϊκή τροπαιοθήκη της με το Κύπελλο UEFA του 2009, νικώντας στον τελικό τη Βέρντερ Βρέμης του Αλέξανδρου Τζιόλη.

To magnum opus του Ρουμάνου τεχνικού, η Σαχτάρ, βασίστηκε πάνω σε νεαρούς Βραζιλιάνους (Φερναντίνιο, Ουίλιαν, Ντάγκλας Κόστα, Φρεντ και τους δικούς μας Τάισον και Μπερνάρ) – «μια ατελείωτη αγορά με πλούσιο, ακατέργαστο ταλέντο», όπως έλεγε. «Με ενδιαφέρει να έχουν θετική νοοτροπία, χαρακτήρα νικητή, ευφυΐα και αίσθηση ευθύνης. Τα υπόλοιπα καλλιεργούνται»… Ηταν από τους πρώτους που ανέδειξε τη σημασία της ψυχολογίας στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και της καλής σχέσης μεταξύ του ποδοσφαιριστή και του τεχνικού επιτελείου της ομάδας, της ύπαρξης σεβασμού μέσω του διαλόγου και όχι του φόβου.

Τι τον καθιστούσε ξεχωριστό ως προπονητή; Ο τρόπος που εντόπιζε και καλλιεργούσε τα ταλέντα. Οπως είχε δηλώσει προ δεκαετίας ο νυν προπονητής του Παναθηναϊκού, Ράφα Μπενίτεθ, «ο Λουτσέσκου είναι μάγος. Πάντα παίρνει το μάξιμουμ από τους ποδοσφαιριστές που διαθέτει. Αλλάζει τρεις κάθε σεζόν και αυτοί που έρχονται πάντα παίζουν καλύτερα από αυτούς που έφυγαν. Και αυτό λέει πολλά για την αξία ενός προπονητή».

Οσο για τον χαρακτήρα του; Μια αποκάλυψη του Μάσιμο Μοράτι, επί χρόνια ισχυρού άνδρα της Ιντερ και ανθρώπου που άλλαζε τους προπονητές πιο συχνά κι από πουκάμισα, είναι ενδεικτική: ο Λουτσέσκου ήταν ο μοναδικός που δεν του ζήτησε αποζημίωση όταν έληξε η συνεργασία τους.

Ο Ιταλός τερματοφύλακας Τζανλούκα Παλιούκα τον είχε προπονητή για ένα φεγγάρι στην Ιντερ και τον περιγράφει ως «πολύ ήρεμο. Ακόμα και τις σπάνιες φορές που θύμωνε, ήταν συγκρατημένος. Ηταν μπροστά από την εποχή του στον τρόπο που προετοίμαζε τους αγώνες και ανέλυε το παιχνίδι των αντιπάλων. Μας έδινε βιντεοκασέτες των αντιπάλων για να μελετήσουμε το στιλ τους – κάτι πρωτόγνωρο για εμάς».

Οταν είχε ερωτηθεί «πώς δουλεύει κανείς με έναν παίκτη;», ο Λουτσέσκου είχε απαντήσει: «Με πάθος. Οι νεαροί ποδοσφαιριστές χρειάζονται διαφορετικού τύπου προσοχή σε σχέση με τους έμπειρους παίκτες». Ο -μακαρίτης πλέον- πρόεδρος της Μπρέσια, Τζίνο Κοριόνι, είχε δηλώσει ότι ο Ρουμάνος τεχνικός είναι ο ιδανικός για έναν σύλλογο που θέλει να κερδίσει οικονομικά, καθώς δουλεύει πολύ με τους ταλαντούχους και ποιοτικούς πιτσιρικάδες, τους αναδεικνύει και πολλαπλασιάζει έτσι τη χρηματιστηριακή αξία τους. Επιπλέον φέρνει αποτελέσματα για τις ομάδες – κάτι που δεν περιμένει κανείς όταν βασικός στόχος είναι να δουλέψεις με τους μικρούς.

Ο Λουτσέσκου υποστήριζε ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να φτιάξεις μια ομάδα: «Είτε με τα χρήματα, είτε με νέους παίκτες. Η πρώτη περίπτωση είναι εύκολη, όμως δεν είναι απαραίτητο ότι θα καταφέρεις να μορφώσεις τους παίκτες, να τους δώσεις κίνητρα και να τους δείξεις πού κάνουν λάθος. Η δεύτερη όμως σου δίνει την ευκαιρία να δημιουργήσεις μια ομάδα για τα επόμενα δέκα χρόνια». Οσο για το στιλ παιχνιδιού των ομάδων του; Επιθετικό και… χαμαιλεοντικό: «Δεν είμαι σκλάβος κανενός συστήματος – τα έχω δοκιμάσει όλα. Υποχρεώνω τους παίκτες μου να σκέφτονται διάφορα σενάρια και διαφορετικούς τρόπους ανάπτυξης στο γήπεδο». Ο Λουτσέσκου πιστώνεται και την ανακάλυψη του Αντρέα Πίρλο. Τον βρήκε στα τσικό της Μπρέσια και δεν δίστασε να τον πάρει υπό τις φτερούγες του. «Ηταν ο καθηγητής μου σε επίπεδο ψυχολογικό και νοητικό. Με ανέβασε στους μεγάλους στα 15 χρόνια μου. Ξαφνικά βρέθηκα αντιμέτωπος με ποδοσφαιριστές που είχαν διπλάσια χρόνια από εμένα και δεν χαίρονταν ιδιαίτερα να με βλέπουν στις προπονήσεις. Ο Λουτσέσκου μου είπε: “Παίξε όπως έπαιζες στους νέους”. Αυτό έκανα. Μια μέρα σε μια προπόνηση, ντρίμπλαρα τρεις φορές έναν από τους αρχηγούς των αποδυτηρίων. Δεν υπήρξε τέταρτη, γιατί μου έδωσε κλοτσιά. Σηκώθηκα και είδα τον Λουτσέσκου να μου κλείνει το μάτι: “Ολα καλά, ξανακάν’ το”, μου είπε», γράφει στην αυτοβιογραφία του «Σκέφτομαι, άρα παίζω» ο Πίρλο, που δύο μέρες μετά τα 16α γενέθλιά του, στις 21 Μαΐου 1995, έκανε το ντεμπούτο του στη Σέριε Α υπό τις οδηγίες του Ρουμάνου τεχνικού, τον οποίο έβλεπε σαν πατέρα του.

Το αποχαιρετιστήριο μήνυμα του Ιταλού την περασμένη Τρίτη ήταν ενδεικτικό της σχέσης τους: «Σε ευχαριστώ για όλα, μίστερ. Δεν θα σταματήσω ποτέ να σε ευχαριστώ. Με μεγάλωσες σαν γιο, δίνοντάς μου την ευκαιρία να τεθώ αντιμέτωπος με άλλους παίκτες όταν ήμουν νεαρότατος, μου έμαθες τι σημαίνει αυτό το παιχνίδι σε όλες του τις λεπτομέρειες». Και επανέλαβε: «Δεν θα σταματήσω ποτέ να σε ευχαριστώ. Καλό ταξίδι, μίστερ».