Κόντρα στα προγνωστικά και ύστερα από δύο θεσπέσιες ποδοσφαιρικές παραστάσεις, η Ιντερ πήρε το εισιτήριο για τον 7ο τελικό της ιστορίας της στο Τσάμπιονς Λιγκ, επικρατώντας της Μπαρτσελόνα στην παράταση με 4-3 στο «Τζουζέπε Μεάτσα» (συνολικό σκορ 7-6).
Αρχικά «μίλησε» ο μεγάλος αρχηγός, Λαουτάρο Μαρτίνες, που μολονότι τραυματίας ξεκίνησε το ματς, άνοιξε το σκορ και πήρε το πέναλτι που έφερε το 2-0 για τους «νερατζούρι» στο ημίχρονο. Κατόπιν πήρε τη σκυτάλη η… εργατική τάξη: ο Ντάβιντε Φρατέζι, που ήρθε από τον πάγκο για να πετύχει το νικητήριο τέταρτο γκολ της Ιντερ στην παράταση, αλλά κυρίως ο Φραντσέσκο Ατσέρμπι. Ο 37χρονος κεντρικός αμυντικός εμφανίστηκε στην περιοχή της Μπαρτσελόνα στο 90’+3 και με σεντερφορίσιο γκολ έκανε το 3-3 που έστειλε το ματς στην παράταση.
Ο Ατσέρμπι δεν είχε σκοράρει ποτέ στις προηγούμενες 65 ευρωπαϊκές συμμετοχές του και προχθές, σε ηλικία 37 ετών και 85 ημερών, έγινε ο 2ος γηραιότερος σκόρερ σε ημιτελικό Τσάμπιονς Λιγκ μετά τον Ράιαν Γκιγκς… Προχθές, πέραν του υπερπολύτιμου γκολ, ο Ατσέρμπι βοήθησε την Ιντερ παραμένοντας ψύχραιμος όταν ο Ινίγκο Μαρτίνεθ έφτυσε προς την πλευρά του, μετά το 2-0 του Τσαλχάνογλου από την άσπρη βούλα. Ηξερε ο πολύπειρος Ιταλός παίκτης ότι θα ζημίωνε την ομάδα του αν αντιδρούσε…
Μετά το γκολ του Ραφίνια στο 88’ για το 3-2 υπέρ της Μπαρτσελόνα, αρκετοί παίκτες της Ιντερ απογοητεύτηκαν – το έδειχνε η γλώσσα του σώματός τους. Οχι ο Ατσέρμπι, που ξέρει τι σημαίνει πραγματική δοκιμασία στη ζωή.
Από πολύ μικρός έδειξε ότι κατέχει τη θέση του κεντρικού αμυντικού: γρήγορος, με σωστές τοποθετήσεις και αντίληψη του παιχνιδιού. Εκανε ντεμπούτο το 2006 στην Παβία και το 2011 εμφανίστηκε στη Σέριε Α με τα χρώματα της Κιέβο. Εκανε αμέσως εντύπωση και λίγους μήνες αργότερα υπέγραψε στη Μίλαν. Ομως η μοίρα είχε άλλα σχέδια: «Ηθελα να δείξω στον πατέρα μου έως πού μπορώ να φτάσω, όμως πέθανε τον Φεβρουάριο, λίγο πριν από την άφιξή μου στο Μιλάνο. Μετά τον θάνατό του, αισθανόμουν άδειος και το ποδόσφαιρο δεν είχε καμία αξία για μένα. Από τότε ξεκίνησε η κατρακύλα», είχε πει στην Gazzetta dello Sport.
Για να απαλύνει τον πόνο, κατέφυγε στο ποτό. Συνδύαζε το ποδόσφαιρο με νυχτερινές εξόδους, χωρίς να φροντίζει τον εαυτό του. Εξομολογήθηκε ότι «αρκετές φορές πήγα για προπόνηση ζαλισμένος, χωρίς να έχει φύγει το αλκοόλ από τον οργανισμό μου». Η κατάθλιψη για την απώλεια του πατέρα του έγινε βαρύτερη όταν είδε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είχε θέση στη Μίλαν. Μεταγράφηκε στη Σασουόλο – εκεί που άλλαξαν όλα, καθώς στα ιατρικά τεστ διαγνώστηκε με καρκίνο των όρχεων.
Το χαστούκι αυτό λειτούργησε σαν αφύπνιση. «Κάποτε πίστευα ότι θα έπαιζα 15 χρόνια στη Μίλαν στο υψηλότερο επίπεδο. Ομως χωρίς τον καρκίνο, θα είχα αποσυρθεί από τα 28 μου. Μετά την ασθένειά μου, ξεκίνησε η πραγματική μου ζωή. Είχα πλέον μια δεύτερη ευκαιρία». Με τη βοήθεια γιατρών και ειδικών, έκανε τεράστια προσπάθεια και επικεντρώθηκε πάλι στο ποδόσφαιρο, το οποίο θεωρούσε πια ως οδό διαφυγής. Ομως λίγο μετά την επιστροφή του στους αγωνιστικούς χώρους, ο καρκίνος επανήλθε. Επρεπε να πολεμήσει ξανά.
Τα κατάφερε και επέστρεψε, υγιέστατος και απόλυτα αφοσιωμένος στην μπάλα. Διακρίθηκε στη Σασουόλο, κλήθηκε στην Εθνική Ιταλίας και έγινε πρωταθλητής Ευρώπης το 2021, μεταγράφηκε το 2018 στη Λάτσιο και κατόπιν στην Ιντερ, όπου βρίσκεται από το 2022. Πρωταθλητής Ιταλίας το 2024, ετοιμάζεται για τον δεύτερο τελικό Τσάμπιονς Λιγκ της καριέρας του. Ο ίδιος θεωρεί ότι «ο καρκίνος ήταν η τύχη μου. Ευχαριστώ τον Θεό για την ασθένεια αυτή. Χωρίς αυτήν, θα είχα κακό τέλος. Κανείς δεν θα μπορούσε να με σώσει»…
