Ο φετινός Ολυμπιακός μετά βεβαιότητος έχει πλέον καταφέρει να αναδιατυπώσει έναν θεμελιώδη κανόνα: η χειρότερη άμυνα είναι η επίθεση. Κάθε φορά που μπαίνει σε ένα παιχνίδι με ορμητική διάθεση και δεν καταφέρνει να σκοράρει νωρίς (βλέπε ευκαιρία του Ποντένσε), η εικόνα της αμυντικής λειτουργίας του θυμίζει μπουλούκι, ειδικά όταν ο αντίπαλος βγαίνει στην κόντρα. Τέτοιες άτακτες επιστροφές, ειδικά όταν έχει απέναντί του μια ομάδα με στοιχειώδη ψυχραιμία να μεταφέρει γρήγορα και με ακρίβεια την μπάλα, όπως έκανε ο χθεσινός ΠΑΟΚ, τον μετατρέπουν σε εύκολη λεία και τον υποχρεώνουν να μαζεύει την μπάλα από τα δίχτυα του. Και μετά…. τρεχάτε ποδαράκια μου.
Αυτή τη φορά δεν υπήρξε καν αντίδραση, όπως σε άλλα ματς (με τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ ή τη Φράιμπουργκ). Ηρθε μια συντριβή που οδήγησε στην πρώτη εντός έδρας ήττα στο πρωτάθλημα και άνοιξε τη συζήτηση για αμφισβήτηση του Ντιέγκο Μαρτίνεθ (δεν εμφανίστηκε καν στην κάμερα της Cosmote) και της τακτικής του. Μιας τακτικής που δεν φροντίζει να προφυλάξει το κεντρικό αμυντικό δίδυμο, από τη στιγμή που οι ακραίοι μπακ παίζουν περισσότερο σαν επιθετικοί μέσοι και αφήνουν μεγάλο κενό χώρο για τους απέναντι.
Κι όλα αυτά παρότι ξεκίνησε με τρία αμυντικά χαφ (Μαντί, Εσε, Αλεξανδρόπουλος), σχήμα που απέδωσε με τη Γουέστ Χαμ. Κάθε αντίπαλος, όμως, είναι διαφορετικός. Κι εκεί είναι που ελέγχεται ο Ισπανός τεχνικός: στον τρόπο που αντιδρά όταν το πράγμα στραβώνει.
Τα δύο γκολ ήρθαν όταν πια όλα είχαν κριθεί και δεν αλλάζουν στο παραμικρό τα βασικά συμπεράσματα. Οσο αλλάζει η ατζέντα για τη στελέχωση του κέντρου της άμυνας ανάλογα με το αποτέλεσμα και με βάση μεμονωμένες εμφανίσεις και όχι τη διάρκεια, το πρόβλημα θα εμφανίζεται συνήθως στις πιο ακατάλληλες στιγμές.
