Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H FIFA καθυστέρησε όσο μπορούσε την -αναπόφευκτη τελικά- απόφαση να ακολουθήσει τις υπόλοιπες μεγάλες αθλητικές οντότητες και να αποβάλει τη Ρωσία από τις διεθνείς διοργανώσεις. Ο πρόεδρος της παγκόσμιας ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, Τζάνι Ινφαντίνο, γεννημένος διπλωμάτης και υποστηρικτής τού «να τα έχουμε με όλους καλά», αναζήτησε όπως πάντα κάθε δυνατή εναλλακτική λύση, με πρώτο γνώμονα το εμπορικό και πολιτικό κόστος και τις προσωπικές του φιλίες. Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν τύπο που θα μπορούσε να πουλήσει πάγο στους Εσκιμώους. Εχει φτάσει στο σημείο μάλιστα να υπερασπίζεται την απόφασή του για τη διεξαγωγή του Παγκόσμιου Κυπέλλου κάθε δύο χρόνια με το επιχείρημα (;) ότι θα σταματήσει έτσι η μετανάστευση των Αφρικανών προς την Ευρώπη!

Τέλος πάντων, η πρώτη απόφαση του Ινφαντίνο την περασμένη Κυριακή ήταν να επιτραπεί στις ρωσικές εθνικές ομάδες και συλλόγους να αγωνίζονται, αλλά σε ουδέτερα γήπεδα, χωρίς σημαίες και ύμνους. Δεν περίμενε όμως ότι οι αντιδράσεις θα ήταν τόσο πολλές και τόσο έντονες.

Ειδικά αυτή της πολωνικής ομοσπονδίας και του προέδρου της, Τσέζαρι Κουλέζα, που διαμήνυσε με αυστηρό τόνο: «Η απόφαση της FIFA είναι απαράδεκτη. Δεν ενδιαφερόμαστε για παιχνίδια εντυπώσεων. Η θέση μας παραμένει αμετάβλητη: Η Πολωνία ΔΕΝ θα αγωνιστεί κατά της Ρωσίας, ασχέτως από το όνομα που θα φέρει η ρωσική ομάδα και το πού θα διεξαχθεί ο αγώνας».

Τη θέση της Πολωνίας ακολούθησαν η Τσεχία, η Σουηδία, η Γαλλία, η Δανία, η Ουαλία και -κυρίως- η πανίσχυρη αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία, η οποία στο ανακοινωθέν της μίλησε για «τις θηριωδίες της Ρωσίας στο ουκρανικό έδαφος». Είχε προηγηθεί και η στάση του Βρετανού πρωθυπουργού που χαρακτήρισε «ασύλληπτο το να υπάρχουν κανονικές αθλητικές σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν μετά την εισβολή στην Ουκρανία».

Ετσι τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου, ο Ινφαντίνο αναγκάστηκε να πάρει μια απόφαση που δεν ήθελε: να αποβάλει τη Ρωσία από το Παγκόσμιο Κύπελλο 2022 και τις υπόλοιπες εθνικές ομάδες της από κάθε διοργάνωση. Ουσιαστικά ο Ιταλοελβετός παράγοντας ήταν ο τελευταίος που ανέβηκε στο τρένο των υπόλοιπων διεθνών ομοσπονδιών και της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής όσον αφορά τις κυρώσεις στη Ρωσία. Με μεγάλη διστακτικότητα όμως και με πολύ προσεγμένες εκφράσεις. Στην ανακοίνωση της FIFA για την αποβολή της Ρωσίας δεν υπάρχει πουθενά αναφορά για τους λόγους της τιμωρίας και απλώς προστίθεται η «ελπίδα ότι η κατάσταση στην Ουκρανία θα βελτιωθεί σημαντικά και σύντομα».

Ετσι μπήκε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας η εικόνα του Ινφαντίνο, νεοεκλεγέντος προέδρου της FIFA στη θέση του καθαιρεθέντος Ζεπ Μπλάτερ, να «ενθρονίζεται» στο στάδιο «Λουζνίκι» της Μόσχας, στο πλαίσιο του εναρκτήριου αγώνα του Μουντιάλ 2018 μεταξύ Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας. Καθόταν ανάμεσα στον «οικοδεσπότη» της διοργάνωσης Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Σαουδάραβα διάδοχο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν αλ Σαούντ και αντάλλασσαν αστεϊσμούς αν κρίνει κανείς από τα τρανταχτά γέλια τους. Μέσα στους επόμενους μήνες, ο Πούτιν παρασημοφόρησε τον Ινφαντίνο με το Μετάλλιο της Φιλίας και ποτέ δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τον Ρώσο ηγέτη, τον οποίο θεωρεί φίλο του. Του είχε πει δημοσίως ότι «είμαστε ομάδα», ενώ μίλησε και για τη «νέα εικόνα που έχουμε πλέον για τη Ρωσία».

Αυτή η «νέα εικόνα» είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που περιγράφεται ως sportwashing. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν χρησιμοποίησε τον αθλητισμό ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο προπαγάνδας στον γεωστρατηγικό χάρτη. Είναι πρακτική που ακολουθούν οι χώρες με προβληματικές «δημόσιες σχέσεις», κακή εικόνα στην παγκόσμια κοινή γνώμη και βαρύ ιστορικό παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, η Ρωσία, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, η Κίνα… Και –οποία έκπληξις!– έχουν όλες μπει δυναμικά την τελευταία δεκαετία στον χώρο του αθλητισμού, φιλοξενώντας τις μεγαλύτερες διοργανώσεις.

O Πούτιν εκμεταλλεύτηκε τον αθλητισμό ώστε να αναδειχθεί major player με επιρροή, ισχύ και χρήμα. Η Ρωσία, που μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας το 1980, δεν είχε φιλοξενήσει στο έδαφός της καμία σημαντική διοργάνωση, έγινε ξαφνικά το κέντρο του παγκόσμιου αθλητισμού: ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ το 2008 έγινε στη Μόσχα, όπως και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου του 2013, το Σότσι φιλοξένησε τους –ακριβότερους όλων των εποχών– Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2014, στο Καζάν έγινε το Παγκόσμιο Υγρού Στίβου του 2015, ενώ για έναν μήνα το καλοκαίρι του 2018 τα μουντιαλικά γήπεδα της Ρωσίας υποδέχθηκαν τους κορυφαίους αστέρες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Και να μην ξεχνάμε τη Formula 1 που από το 2014 σταθερά διοργανώνει γκραν πρι στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στο Σότσι.

Ο Πούτιν με επιτυχία –και, κυρίως, ανεμπόδιστα– χρησιμοποίησε τον αθλητισμό για να κερδίσει σεβασμό και υψηλές φιλίες, για να δημιουργήσει οικονομικούς δεσμούς με ισχυρούς διεθνείς οργανισμούς και για να πουλήσει την εικόνα μιας χώρας με φιλοδοξία, ευημερία και προοπτικές. Η παγκόσμια οικονομική κρίση τού ήρθε «κουτί». Τόσο αυτός όσο και οι χώρες του Περσικού Κόλπου άνοιξαν τα καρνέ επιταγών τους και άρχισαν να δίνουν χρήμα έναντι δύναμης και φήμης. Το ίδιο και οι μεγάλες επιχειρήσεις των χωρών αυτών (βλ. Gazprom), τα funds (οι Καταριανοί που πήραν την Παρί Σεν Ζερμέν, το Αμπου Ντάμπι τη Μάντσεστερ Σίτι) και οι ζάπλουτοι ολιγάρχες (βλ. Αμπράμοβιτς στην Τσέλσι, Oυσμάνοφ στην Αρσεναλ…).

Ο παγκόσμιος αθλητισμός χρειάζεται χρήματα – και ελάχιστες φορές οι παράγοντές του κάθονται να μυρίσουν αν το χρήμα αυτό είναι βρόμικο. Δεν ενδιαφέρθηκαν σοβαρά ούτε όταν το 2015 έπεσε η βόμβα του σκανδάλου ντόπινγκ, το οποίο οργανώθηκε από το ίδιο το ρωσικό κράτος. Δεν αποβλήθηκαν οι Ρώσοι αθλητές και ομάδες από τις διεθνείς διοργανώσεις – μόνο η σημαία και ο ύμνος τους. Ούτε καν το 2014, όταν τα ρωσικά στρατεύματα μπήκαν στην Κριμαία, υπήρξε σημαντική αντίδραση από τη διεθνή αθλητική κοινότητα. Ισως γιατί δεν είχε υπάρξει σημαντική αντίδραση από την πολιτική και διπλωματική κοινότητα.

Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το εξέφρασε εύστοχα ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Στίβου (World Athletics) και δις χρυσός ολυμπιονίκης, Σεμπάστιαν Κόε: «Ποτέ δεν ήμουν σύμφωνος με την επιβολή κυρώσεων στους αθλητές για να τιμωρηθούν οι κυβερνήσεις τους, τη στιγμή που οι υπόλοιποι τομείς συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους. Ομως τώρα, όλοι οι τομείς της δημόσιας ζωής, οι κυβερνήσεις, οι διεθνείς επιχειρήσεις και οργανώσεις επέβαλαν κυρώσεις. Ο αθλητισμός καλείται να συμπλεύσει στην προσπάθεια να σταματήσει ο πόλεμος και να αποκατασταθεί η ειρήνη. Δεν μπορούμε ούτε πρέπει να κοιτάζουμε αλλού».