Από την πρώτη στιγμή που γνωρίσαμε τον Πεπ Γουαρδιόλα ως προπονητή, είδαμε τα τακτικά χαρακτηριστικά του. Κατοχή μπάλας, επιθετικό παιχνίδι και μικρές παραλλαγές σε αυτά τα 14 χρόνια. Με την Μπαρτσελόνα τα κατάφερε, κατακτώντας δύο φορές το Τσάμπιονς Λιγκ. Με την Μπάγερν μπορεί να σάρωσε τους εγχώριους τίτλους, όμως στην Ευρώπη δεν είδε τελικό, ενώ και με τη Μάντσεστερ Σίτι η ιστορία έμοιαζε να επαναλαμβάνεται.
Στην Αγγλία, οι «πολίτες» σημείωσαν πολλές επιτυχίες, όμως εκτός των τειχών πάντοτε σκόνταφταν. Και μάλιστα αρκετά νωρίς. Ούτε ημιτελικό δεν είχαν δει με τον Καταλανό στον πάγκο. Αυτό το fact άλλαξε την Τρίτη το βράδυ. Με τους γαλάζιους του Μάντσεστερ να βρίσκονται πια στον τελικό της Κωνσταντινούπολης. Στον παρθενικό τους τελικό στη διοργάνωση.
Οπως αποδείχθηκε, το πρόβλημα δεν ήταν στην επίθεση, μα στην αμυντική λειτουργία. Στον τρόπο που (δεν) αμυνόταν η Σίτι και εν γένει στη νοοτροπία των παικτών. Ο Γουαρδιόλα αποφάσισε να το αλλάξει αυτό, παίρνοντας παράδειγμα από τον Γιούργκεν Κλοπ. Για να πάρει πρωτάθλημα και Τσάμπιονς Λιγκ η Λίβερπουλ, τα πολλά χρήματα τα έδωσε για στόπερ (Φαν Ντάικ) και τερματοφύλακα (Αλισον). Η Σίτι διαθέτει μια χαρά γκολκίπερ, τον Εντερσον, οπότε χρειάστηκε έναν καλό κεντρικό αμυντικό. Ο Γουαρδιόλα ξόδεψε 115.000.000 ευρώ από το μπάτζετ για δύο στόπερ: τον Ρούμπεν Ντίας της Μπενφίκα και τον Νέιθαν Ακέ της Μπόρνμουθ. Μόνο ο πρώτος μπόρεσε να βρει θέση στην ενδεκάδα, αλλά ο Πορτογάλος κάνει για… δέκα. Αποδείχτηκε βράχος στην άμυνα, ο παίκτης που βρίσκεται πάντοτε την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο και ταυτόχρονα που δεν διστάζει να βάλει τα πόδια του και το σώμα του στη… φωτιά.
Μόνο που η μετάβαση στη νέα εποχή είχε και δυσκολίες. Οι παίκτες της Σίτι έπρεπε να μάθουν να αμύνονται. Και οι έντεκα. Να αλληλοκαλύπτουν, να τρέχουν, να μαρκάρουν. Το νέο concept δεν είχε καλή εφαρμογή αμέσως. Στα μέσα Νοεμβρίου, η ομάδα βρισκόταν στη μέση της βαθμολογίας της Πρέμιερ Λιγκ. Ομως, ο προπονητής δεν ανησυχούσε. Γιατί δούλευε και ήταν σίγουρα πως θα απολάμβανε εν καιρώ τους καρπούς της δουλειάς αυτής. Δικαιώθηκε. Από τις 28/11/2020 μέχρι και τις 2/3/2021, η Μάντσεστερ Σίτι έμεινε αήττητη σε όλες τις διοργανώσεις. Με 25 νίκες και τρεις ισοπαλίες. Ηταν το διάστημα που έφερε τα πάντα τούμπα. Εφτασε την κορυφή του πρωταθλήματος, το οποίο θα κατακτήσει άνετα, και προχώρησε στις υπόλοιπες διοργανώσεις.
Βεβαίως, τίποτα δεν ήταν ρόδινο κι εύκολο. Διότι ο Γουαρδιόλα αναγκάστηκε να κάνει κι άλλες αλχημείες. Είναι γνωστή από παλιά η… αλλεργία που έχει στους κλασικούς σέντερ φορ. Στην Μπαρτσελόνα δεν έπαιζε με τέτοιους, στην Μπάγερν λίγο κόντεψε να βγάλει εκτός ομάδας κοτζάμ Λεβαντόφσκι, στη Σίτι είχε δύο βραχύσωμους. Μόνο που ο Αγουέρο φέτος ήταν συνεχώς τραυματίας και ο Γκαμπριέλ Ζεσούς προφανώς δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Ετσι οι «πολίτες» εδώ και αρκετό καιρό παίζουν δίχως κλασικό φορ. Αγωνίζονται με «ψευτοεννιάρι», μόνο που η δουλειά γίνεται ξανά. Αν αναρωτηθεί κανείς ποιος σκοράρει, η απάντηση είναι «όλοι».
Πρώτος σκόρερ είναι ο κεντρικός μέσος Γκιντογκάν με 16 τέρματα. Ο Γερμανός το πήρε πάνω του όταν χτύπησε ο Ντε Μπρόινε και ανέλαβε το βάρος και της οργάνωσης και της εκτέλεσης. Από 14 γκολ έχουν οι Φοντέν και Μαχρέζ. Ο πρώτος είναι μια περσινή ανακάλυψη του προπονητή. Από κεντρικός χαφ έγινε αριστερός εξτρέμ και είναι πια βασικός κι αναντικατάστατος. Ο Μαχρέζ, από λύση πολυτελείας στον πάγκο, είναι πια ένα πολύτιμο γρανάζι, που βρίσκει όμως δίχτυα. Προχθές, ήταν αυτός που σημείωσε και τα δύο γκολ. Να σημειωθεί ότι μέσα στη σεζόν ο Γουαρδιόλα τσακώθηκε με τον Στέρλινγκ (13 τέρματα) και τον άφησε εκτός ενδεκάδας. Ακόμη και δίχως αυτόν, οι λύσεις εξακολουθούν να υφίστανται.
Σε μια περίεργη σεζόν, με απανωτά ματς, χωρίς κόσμο στα γήπεδα και με ελλιπή καλοκαιρινή προετοιμασία, ο Γουαρδιόλα κατάφερε να δουλέψει σκληρά και να μεταλλάξει τη Μάντσεστερ Σίτι. Μπορεί να μην είναι πια αυτή η εντυπωσιακή ομάδα που «πατάει» τον αντίπαλο, αλλά είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: είναι μια ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης. Με αρχή, μέση και τέλος. Πλήρης, μαχητική, αποδοτική. Η Παρί Σεν Ζερμέν το ένιωσε για τα καλά στο πετσί της την περασμένη εβδομάδα, αλλά κυρίως προχθές.
