Από την Τετάρτη το βράδυ και για τους επόμενους πέντε μήνες, η Εθνική Ελλάδος ποδοσφαίρου μπαίνει για άλλη μια φορά σε φάση βαθιάς περισυλλογής. Τι χρειάζεται για να μη χαθεί και το Μουντιάλ του Κατάρ; Και τι πρέπει να αλλάξει (γιατί είναι δεδομένο ότι πρέπει να αλλάξει) ώστε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος; Η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις είναι… πολλά. Πάρα πολλά. Τόσα που δεν γνωρίζουμε αν γίνεται.
Ετσι όπως διαμορφώθηκε η κατάσταση μετά τα πρώτα παιχνίδια των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου, για να πάρει η Ελλάδα τη δεύτερη θέση που οδηγεί στα μπαράζ, αφενός θα πρέπει να μη χάσει σε κανένα από τα έξι ματς που απομένουν, αφετέρου θα πρέπει να νικήσει τουλάχιστον στα τέσσερα. Ακόμη κι έτσι, ουδείς διασφαλίζει μία από τις πρώτες δύο θέσεις στην κατάταξη.
Απίθανα πράγματα για να συμβούν, σύμφωνα με την εικόνα που εμφάνισε το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα στο ματς με τη Γεωργία. Διότι με «κλεφτοπόλεμο» μπορείς να σταματήσεις καμιά φορά την Ισπανία ή τη Σουηδία, αλλά δεν μπορείς να κάνεις τόσες νίκες. Εκεί χρειάζεται και η δημιουργία.
Είναι ν’ απορεί κανείς γιατί η Εθνική ήταν τόσο κακή επιθετικά απέναντι στους Γεωργιανούς. Σύμφωνοι, υπάρχει μια έλλειψη σε εξτρέμ πρώτης γραμμής, όμως σε γενικές γραμμές το μεσοεπιθετικό υλικό είναι πολύ καλό.
Μπορεί να μη συναντάμε έναν φορ με την ευκολία που είχε παλιότερα ο Μήτρογλου στο σκοράρισμα, αλλά αν Γιακουμάκης – Παυλίδης τροφοδοτηθούν σωστά, ξέρουν να βάζουν την μπάλα στα δίχτυα. Το ερώτημα είναι τι συνέβη με τους γύρω… Φορτούνης, Μπακασέτας, Πέλκας, Μάνταλος είναι –κατά γενική ομολογία– αρκετά καλοί ποδοσφαιριστές για τα ελληνικά (και όχι μόνο) δεδομένα.
Κι όμως εδώ και καιρό, για να μη στεκόμαστε μόνο στα δύο πρόσφατα ματς, αδυνατούν να κάνουν το κάτι παραπάνω. Σε σχέση με το ένδοξο παρελθόν, οι καλύτερες μονάδες της Εθνικής δεν είναι οι ανασταλτικές. Εδώ υπάρχει η ένσταση για τους Μανωλά, Παπασταθόπουλο, όμως αμφότεροι δεν έδειξαν πρακτικά ότι είναι καλύτεροι απ’ αυτούς που παίζουν τον τελευταίο χρόνο. Διότι σε θέμα αξίας δεν τίθεται αμφιβολία ότι είναι πολύ ψηλά. Ελα όμως που στην Εθνική αυτό δεν φαίνεται…
Ο Τζόνι Φαν Σιπ είχε εξαρχής δύσκολη δουλειά. Να μαζέψει τα συντρίμμια από τις εσωτερικές έριδες και παράλληλα να δουλέψει απερίσπαστος, τη στιγμή που στο φόντο υπάρχει «εμφύλιος» για τα μάτια της ΕΠΟ. Κατάφερε να συσπειρώσει την ομάδα, να δέσει τους παίκτες, όμως μέσα στο γήπεδο τα αποτελέσματα δεν είναι καθόλου καλά. Ειδικά απέναντι σε αντιπάλους τους οποίους έχουμε συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε υποδεέστερους.
Η Εθνική θα δώσει μερικά φιλικά τον Ιούνιο (σίγουρα στις Βρυξέλλες με το Βέλγιο στις 3/6) και κατόπιν θα μαζευτεί αρχές Σεπτεμβρίου για ακόμη δύο αγώνες: στις 5 του μήνα μέσα στο Κόσοβο και τρεις μέρες μετά με τη Σουηδία εντός έδρας. Μόνο με δύο νίκες σώζει την κατάσταση κι αυτό προσωρινά. Ουδείς γνωρίζει πού θα βρίσκονται τότε οι σημερινοί διεθνείς. Αν θα είναι σε φόρμα, αν θα έχουν κάνει καλή προετοιμασία, αν θα έχουν αλλάξει ομάδα.
Επίσης, ποιοι θα είναι τραυματίες και αν θα έχει γυρίσει π.χ. ο Κουρμπέλης, ο οποίος μπορεί να βοηθήσει στα χαφ, ειδικά αφού στο Κόσοβο θα λείψει ο τιμωρημένος Ζέκα (όπως και ο Γιακουμάκης).
Είπαμε ότι μια «γκέλα» με τη Γεωργία θα μας ξενέρωνε όλους. Κι αυτό συνέβη. Δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και όλη η εικόνα. Παίκτες χωρίς φαντασία και τόλμη, φοβισμένος προπονητής.
Βέβαια, ο καιρός μέχρι τα επόμενα επίσημα παιχνίδια είναι πολύς. Και ο νέος πρόεδρος της ΕΠΟ καλείται με το «καλημέρα» να ζυγίσει τις καταστάσεις. Θα συνεχίσει με τον Φαν Σιπ, βλέποντας ότι δύσκολα θα αλλάξει η κατάσταση και θα πάει να χτίσει (άλλη μία) «νέα Εθνική» εν όψει του EURO 2024; Θα ψάξει να βρει νέο κόουτς άμεσα που θα επιχειρήσει ένα «ηλεκτροσόκ», γνωρίζοντας πάντως ότι δύσκολα θα βρεθεί ένας νέος Ρεχάγκελ;
Το καλό για τον Θοδωρή Ζαγοράκη είναι πως ξέρει καλύτερα από τον καθένα μας τι εστί εθνική ομάδα. Αυτό που δεν γνωρίζουμε, όμως, είναι τι ισορροπίες θέλει και μπορεί να κρατήσει, καθώς είναι –προς το παρόν πάντα– ένας πρόεδρος καθολικής αποδοχής στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
