Ηταν τρελός, φανατικός, ήταν Παναθηναϊκός. Το είχε αποκαλύψει ο ίδιος ο Παντελής Χατζηδιάκος πριν από δύο χρόνια, το καλοκαίρι του 2017, ύστερα από ένα φιλικό ματς των «πράσινων» με την Αλκμααρ στο γήπεδο της Λεωφόρου.
«Οταν ήμουν μικρός, ήμουν φανατικός Παναθηναϊκός. Eπαιξα εδώ 2,5 χρόνια και ήμουν πάντα περήφανος που φορούσα τη φανέλα του συλλόγου. Αισθάνθηκα λίγο παράξενα, αλλά μου άρεσε που γύρισα στο γήπεδο όπου μικρός ονειρευόμουν να παίξω», ήταν χωρίς περιστροφές τα λόγια του.
Η μοίρα ωστόσο είναι γνωστό ότι κάνει περίεργα τερτίπια. Η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας ανάγκασε την οικογένειά του να μεταναστεύσει στην Ολλανδία, σε μια χρονική στιγμή που ο έφηβος Παντελής είχε υλοποιήσει κατά το ήμισυ το παιδικό του όνειρο.
Από 8 ετών προσπαθούσε να φορέσει την πράσινη φανέλα με το τριφύλλι στο στήθος, όταν ακόμη ανήκε στον Ευκλή Σορώνης της γενέτειράς του Ρόδου όπου έκανε τα νηπιακά ποδοσφαιρικά του βήματα.
Ωσπου στα 11 του χρόνια τα κατάφερε. Εντάχθηκε στην Ακαδημία του αγαπημένου του Παναθηναϊκού κατόπιν απόφασης του Γιάννη Σαμαρά και εισήγησης των «πράσινων» σκάουτερ που «όργωναν» ακόμα τη χώρα, πριν από το περίφημο «Panathinaikos Soccers Schools» «ξεχαρβαλωθεί».
Το 2008 ο Χατζηδιάκος βρέθηκε εσώκλειστος, αλλά περιχαρής και υπερήφανος, στις αθλητικές εγκαταστάσεις της Παιανίας, μια και ακόμα δεν είχε γίνει η μετακόμιση στο Κορωπί.
Ανήκει στην ίδια φουρνιά των 97άρηδων με τον Τάσο Χατζηγιοβάνη και τον Φάνη Μαυρομμάτη και ειδικά με τον τελευταίο οι ομοιότητες δεν περιορίζονται μόνο στη θέση όπου αγωνίζονται. Εχουν γεννηθεί τον ίδιο μήνα του ίδιου έτους, με μόλις δύο ημέρες διαφορά, ο Μαυρομμάτης στις 16 Ιανουαρίου του 1997 και ο Χατζηδιάκος στις 18 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.
Η πρωτοφανής οικονομική κρίση έμελλε να του κόψει στη μέση το παιδικό του όνειρο να αγωνιστεί στην επαγγελματική ομάδα του «τριφυλλιού». Προϊόντος του χρόνου, εν τούτοις, τον δικαίωσε πανηγυρικά και τον αντάμειψε όσο ελάχιστους συνομήλικούς του.
Οι δραστηριότητες του πατέρα του ήταν η αιτία που στα τέλη του 2010, δυόμισι χρόνια μετά την ένταξη στον αγαπημένο του Παναθηναϊκό, του ανακοινώθηκε η οικογενειακή απόφαση να μεταναστεύσουν στην Ολλανδία, γενέτειρα της μητέρας του, προκειμένου να αναζητήσουν καλύτερους όρους διαβίωσης.
Για τον ίδιο ήταν ένα σοκ! Οχι μόνο γιατί θα εγκατέλειπε τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό, αλλά διότι στο μυαλό του υπήρχε η αβεβαιότητα για το ποδοσφαιρικό του μέλλον στην ξενιτιά.
Τον έπεισαν δίνοντάς του την υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το όνειρό του λόγω της επιλογής αυτής και απέσπασαν εν τέλει το πολυπόθητο «ναι» όταν του εξήγησαν ότι πάνω απ’ όλα ήθελαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο.
Η οικογενειακή μετάβαση στο Αλκμααρ εμπεριείχε την ποδοσφαιρική δοκιμή του στην Ακαδημία της ομώνυμης ομάδας. Αυτό ήταν.
Τον Ιανουάριο του 2011 ο Παντελής έγινε αποδεκτός με ανοιχτές αγκάλες από τους Ολλανδούς και γρήγορα άρχισε να ξεχωρίζει. Η διαφορά κουλτούρας και νοοτροπίας σε σχέση με τη χώρα μας προκάλεσε άλματα στην εξέλιξή του.
Διατέλεσε αρχηγός της Κ16 και τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 28 Ιανουαρίου του 2015, υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.
Στις 4 του Δεκέμβρη συμπεριλήφθηκε στη 18άδα της Αλκμααρ για το ματς με την Ντε Χαγκ για την Eredivisie και έξι ημέρες αργότερα έκανε το ευρωπαϊκό του ντεμπούτο, ως αλλαγή στο 75’ στο ματς με την Αθλέτικ Μπιλμπάο για τους ομίλους του Europa League.
Βήμα βήμα, προπόνηση με προπόνηση, ματς με ματς, έφτασε να προωθηθεί και να καθιερωθεί στην πρώτη ομάδα (πρώτη σεζόν καθιέρωσης το 2017-18 με 29 συμμετοχές), να γίνει αρχηγός της και να αποκτήσει τα δικαιώματά του ο ολλανδοθρεμμένος Ιταλός «super agent» Μίνο Ραϊόλα, των μεγαθηρίων Πογκμπά και Ιμπραΐμοβιτς. Το νερό είχε πλέον μπει στο αυλάκι.
Οι Ολλανδοί τον κάλεσαν στην εθνική ομάδα Κ16, αλλά με τη φανέλα των «οράνιε» έπαιξε μόλις μία φορά. Ο λόγος; Η κλήση που έλαβε από τον Αντώνη Νικοπολίδη για την Εθνική Ελπίδων, την οποία αποδέχτηκε αμέσως.
Αλλωστε, έχει τονίσει πολλάκις ότι αισθάνεται Ελληνας κι έτσι δεν δυσκολεύτηκε να επιλέξει, παρότι διατηρεί και τις δύο υπηκοότητες λόγω της μητέρας του.
Με την Εθνική Ελπίδων πραγματοποίησε 6 συμμετοχές, ώσπου φέτος το φθινόπωρο έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για τη «μεγάλη» Εθνική. Η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Τζον φαν Σιπ, που γνωρίζει άριστα τα ολλανδικά δρώμενα, του έδωσε τη δυνατότητα να βρεθεί στην αποστολή.
Η μοίρα τού έκλεισε το μάτι. Εάν ο ομοσπονδιακός προπονητής δεν ήταν Ολλανδός, ίσως να αγνοούσαμε ακόμα και την ύπαρξή του.
Οι συγκυρίες ήταν με το μέρος του, όπως ήταν και η απόφαση ανανέωσης και προσωρινού αποκλεισμού των δύο ογκόλιθων της «γαλανόλευκης» άμυνας, του Σωκράτη Παπασταθόπουλου και του Κώστα Μανωλά.
Με τη Φινλανδία και το Λιχτενστάιν ήταν στην αποστολή, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε. Το ντεμπούτο του έγινε στη Ρώμη κόντρα στην Ιταλία και η δεύτερη συμμετοχή του στο ΟΑΚΑ απέναντι στη Βοσνία. Σε αμφότερες τις εμφανίσεις του ήταν εξαιρετικός, πιστοποιώντας ότι ο Παντελής Χατζηδιάκος τις ευκαιρίες δεν τις αφήνει να περάσουν. Τις αρπάζει απ’ τα μαλλιά.
Πρότυπό του είναι ο Σέρχιο Ράμος κι έχει σίγουρα μπόλικη ανηφόρα για να του μοιάσει. Δεν παύει ωστόσο, στα 22 του χρόνια, να είναι ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής υψηλής προοπτικής, ένας μετανάστης που κάνει θραύση στο ολλανδικό πρωτάθλημα και που εσχάτως συστήθηκε με εμφατικό τρόπο και στην ποδοσφαιρική Ελλάδα.
