Mοιάζει… βεβήλωση της πατρογονικής ρίζας του ποδοσφαίρου όταν διατυπώνεις την άποψη πως, μέσω του φετινού Τσάμπιονς Λιγκ, οι Αγγλοι απέδειξαν πως είναι πάντα εδώ, υπολογίσιμοι, σεβαστοί.
Αλλά, αλήθεια, αυτό ισχύει, οι ίδιες λέξεις που ηχούν έκπληξη για την ανάκαμψή τους δεν συνιστούν προσβολή για τους γονείς του ποδοσφαίρου αλλά καταγραφή πραγματικότητας μέσω του φετινού Τσάμπιονς Λιγκ.
Τέσσερις αγγλικές ομάδες, δηλαδή όλες όσες συμμετέχουν στην τωρινή κορυφαία διοργάνωση, βρίσκονται εντός της προημιτελικής φάσης και αυτό εκτός από… εθνικό-αγγλικό δεδομένο είναι και ηχηρό στατιστικό στοιχείο: Ποτέ άλλοτε τα τελευταία ένδεκα χρόνια όλες οι ομάδες – εκπρόσωποι μιας χώρας δεν κατάφεραν τη φετινή αγγλική επίδοση, δηλαδή να είναι όλες παρούσες στις οκτώ καλύτερες της συνύπαρξης μελών της υψηλής κοινωνίας (αυτήν συγκροτούν οι πρωταθλήτριες των χωρών της) στα γήπεδα της ηπείρου μας.
Λίβερπουλ, Μάντσεστερ Σίτι, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Τότεναμ, το παραδέχθηκαν και πάλι στη διάρκεια της εβδομάδας παλιά και νέα στελέχη της ποδοσφαιρικής κοινωνίας τους, όχι μόνο εκτόνωσαν την ίδια ανησυχία για την απουσία φιλόδοξης πορείας των αγγλικών ομάδων, αλλά «έπεισαν πως το κύρος του ποδοσφαίρου μας, ακόμη κι αν έχει περιόδους κάμψης, καραδοκεί ώστε να επανέλθει».
Λόγια του Σάμι Λι, του αεικίνητου κοντού της Λίβερπουλ σε εποχές ακμής της ομάδας του λιμανιού, έμοιαζε, με τα ίδια λόγια, μετά το τέλος του πρώτου παιχνιδιού με την Πόρτο (2-0), να καθησυχάζει πιστούς φίλους του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Δεν το είπε, ούτε τέθηκε υπό την κρίση του στο ίδιο τηλεοπτικό ρεπορτάζ ώστε πιθανόν να το παραδεχθεί, αλλά, χωρίς βέβαια να λύνει σχετικό πρόβλημα, τη φετινή συνολική ακμή των αγγλικών ομάδων την έχει ανάγκη η αγγλική κοινωνία. Η ίδια που δοκιμάζει τις αντοχές της με το Brexit.
Για ευνόητους ιστορικούς λόγους, βλέπετε, το ποδόσφαιρο ήταν και, σπανιότερα πλέον λόγω της συνολικής αστάθειας των ομάδων τους στα Κύπελλα Ευρώπης, παραμένει φορέας συνολικής αυτοπεποίθησης των Αγγλων-εφευρετών του παιχνιδιού στο τέλος του προπερασμένου αιώνα.
Ο Τέρι Μπούτσερ, στα χρόνια του ’70 και του ’80, διεθνής αμυντικός της Ιπσουιτς και όχι μόνο, υπέγραψε την ίδια αίσθηση στο δικό μας ερέθισμα:
«Κανείς μας δεν έκανε πως δεν καταλαβαίνει τα τελευταία χρόνια, όλοι βλέπαμε πως χρειάζονται πορείες ομάδων που θα συνιστούσαν ποιοτική επάνοδο και αναζητούσαν τον τρόπο να το κάνουν.
»Αυτό δεν σημαίνει πως νομίζαμε ότι ήρθε το… τέλος του κόσμου! Κάποιες αγγλικές ομάδες είναι σταθερές αξίες, άλλες έχουν τις προϋποθέσεις να γίνουν, άρα θέμα χρόνου ήταν αυτό που πέτυχαν φέτος στο Τσάμπιονς Λιγκ. Οφείλουμε να μην αρκεστούμε. Να ζητήσουν οι αγγλικές ομάδες τον θρόνο».
Ανεξάρτητα αν το πιστεύουν ή τους οδηγεί σε όνειρα ανόδου, φέτος, στον «θρόνο» του Τσάμπιονς Λιγκ ο γνωστός σεβασμός (στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας τους) στη βασιλική οικογένεια, τα μάτια τους κοιτάζουν και πάλι ερωτικά το κορυφαίο τρόπαιο.
Aς σταθούμε προσεκτικά σε αποστροφή της άποψης Μπούτσερ: «Και οι ομάδες μας αναζητούσαν τον τρόπο να επανέλθουν».
Πιο συγκεκριμένα, εννοεί πως διοικήσεις, γενικότερα, στελέχη διοικήσεων και ενδεκάδων κατανόησαν πως πρέπει να ξεφύγουν από την εγωπαθή στάση ζωής σχετικά με το ποδόσφαιρο-παιδί τους.
Λειτουργικότητα
Οι Αγγλοι, λοιπόν, μαθημένοι από το κάρμα τους που αλήθεια, συχνά, τους δικαιώνει, αλλά όχι πάντα, όπως -δύσκαμπτα- σκέπτονται οι ίδιοι.
Αν και έβλεπαν ομάδες-ανταγωνίστριες σε ψηλό επίπεδο, όπως Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Μπάγερν και όχι μόνο, να ακολουθούν άλλους δημιουργικούς τρόπους λειτουργίας, επέμεναν στα δικές τους -άλλοτε άκρως αποδοτικές- σταθερές.
Τρανά παραδείγματα, η Τσέλσι και η Μάντσεστερ Σίτι. Η φρενήρης σπατάλη των ξένων αφεντικών τους, πόσο μάλλον μετά την καθιέρωση του οικονομικού ελέγχου από τη διεθνή ποδοσφαιρική ομοσπονδία (έχει ενεργοποιηθεί «financial fair play» της FIFA) δεν μπορούσε εσαεί να δρέπει καρπούς.
Αρχικά επέμειναν, κατάλαβαν όμως πως απαιτείται προσαρμογή σε νέα, τόσο οικονομικά όσο και αμιγώς αγωνιστικά, δεδομένα.
Κραυγαλέα η αντίστοιχη κίνηση της Μάντσεστερ Σίτι: Εκανε δικούς της τον γενικό διευθυντή αλλά και τον αθλητικό διευθυντή της Μπαρτσελόνα, Φεράν Σοριάνο και Τσίκι Μπεκιριστάιν αντίστοιχα.
Αποτέλεσμα; Εμφανής αλλαγή χειρισμού του έμψυχου υλικού και σε συνεννόηση με τον προπονητή ορθός μεταγραφικός σχεδιασμός.
Οταν η Σίτι κατέφυγε σε δοκιμασμένα μυαλά από την Καταλονία, εκτός των άλλων «κάλπαζε» η έντονη κριτική για «ανεπαρκείς μεταγραφές». Οχι πλέον…
«Εισαγωγές»
Ανανεώθηκε σε ικανό (για την ακρίβεια: ικανότατο) βαθμό η αγωνιστική φιλοσοφία των φιλόδοξων ενδεκάδων. Ας καθορίσουμε έτσι τις ομάδες που έχουν αυτοσκοπό την κατάκτηση του Τσάμπιονς ή έστω και του Γιουρόπα Λιγκ. Μέχρι πρόσφατα, πας μη… Βρετανός προπονητής, βάρβαρος.
Εγινε λοιπόν άνοιγμα συνεργασίας με ξένους προπονητές, όσους καθιέρωσαν πιο ευέλικτο τρόπο κατάρτισης της ενδεκάδας και φυσικά τρόπους παιχνιδιού που συνιστούσε απόκλιση από το παραδοσιακό παιχνίδι της σέντρας, ιστορικό γνώρισμα των αγγλικών ομάδων.
Στο φετινό αγγλικό πρωτάθλημα; Μόλις πέντε από τους είκοσι προπονητές είναι Αγγλοι, επτά είναι μεν Βρετανοί αλλά γεννημένοι στη Σκοτία, την Ουαλία ή στις δύο… εκφάνσεις της Ιρλανδίας.
Οι υπόλοιποι – περισσότεροι; Ξένοι! Μη Αγγλους προπονητές έχουν και οι πέντε πρώτες ομάδες της βαθμολογίας στο κορυφαίο αγγλικό πρωτάθλημα (Κλοπ, Γουαρδιόλα, Ποτσετίνο, Εμερι, Σάρι).
Στον τελικό του Κυπέλλου, η Μάντσεστερ Σίτι, με τον Πεπ Γουαρδιόλα στον πάγκο της, θα αντιμετωπίσει τη Γουότφορντ του Χάβι Γκαρθία.
«Ανοιξε» λοιπόν η «σκέψη» των ενδεκάδων, δραπέτευσε από την εγχώρια επιμονή, συχνότερα, σε τυποποιημένο τρόπο παιχνιδιού.
Ολο και λιγότερες πλέον οι «κλασικές βρετανικές σέντρες» όπως τις καθόριζαν ιστορικές φωνές της κρατικής τηλεόρασης όταν, παιδιά ακόμη, βλέπαμε, κυρίως τα Σάββατα, αγγλικό ποδόσφαιρο.
Επίσης, οι ξένοι παίκτες, αν όχι ως ισχυρή πλειονότητα, χαρακτηρίζουν το παιχνίδι πολλών ενδεκάδων. Ολες τους αιτίες της ηχηρής επανόδου των αγγλικών ομάδων.
