Η αλλόκοτη πορεία και ο άδοξος αποκλεισμός από την Ευρωλίγκα αναγκάζουν τους δυο «αιώνιους» να επιστρέψουν στη μίζερη εσωστρέφεια και την τοξική ατμόσφαιρα που συνοδεύει τις μεταξύ τους μονομαχίες για την κατάκτηση του ελληνικού πρωταθλήματος.
Και οι δύο, φέτος, έκαναν βήματα πίσω στην Ευρώπη, αν χρησιμοποιήσουμε ως μέτρο σύγκρισης όχι τόσο τις φιλοδοξίες τους όσο το άμεσο και το απώτερο παρελθόν τους στην κορυφαία διοργάνωση και συνυπολογίσουμε την εικόνα που παρουσίασαν. Συνεπώς, περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, ο φετινός τίτλος της Α1 μοιάζει με «κολυμπήθρα του Σιλωάμ». Ως μια ευκαιρία για εξιλέωση και για τους δύο.
Σύμφωνοι, κανείς δεν υποστηρίζει ότι έχουν υπογράψει συμβόλαιο με τις ευρωπαϊκές διακρίσεις, ειδικά τώρα που έχουν ρίξει το μπάτζετ τους. Συμφωνούν όλοι ότι το πρωτάθλημα είναι ο αδιαπραγμάτευτος βασικός στόχος, αλλά το θέμα είναι ποιο κριτήριο θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει για να κάνει μια πιο ουσιαστική και αξιόπιστη αξιολόγηση.
Το ελληνικό πρωτάθλημα θα ήταν ένα τέτοιο (αξιόπιστο κριτήριο), αν στην ελληνική λίγκα συμμετείχαν ομάδες ικανές να σπάσουν αυτό το δίπολο της κορυφής. Ξέρουν και τα μωρά παιδιά ότι οι δύο αυτές ομάδες ξεκινάνε τη σεζόν και παίζουν δύο γύρους απλά για να μάθουμε ποιος θα έχει το πλεονέκτημα έδρας. Αυτές οι δύο είναι που, βρέξει-χιονίσει, θα ξαναβρεθούν στους τελικούς.
Συνεπώς, δεν πρόκειται για την επιβράβευση μιας ολοκληρωμένης και κουραστικής διαδρομής με δύσκολους αντιπάλους (βλέπε Ευρωλίγκα). Ενας από τους δύο στο τέλος θα πανηγυρίσει και ενίοτε το αποτέλεσμα εξαρτάται και από πολλούς αστάθμητους παράγοντες (π.χ. τραυματισμοί).
Για τον Παναθηναϊκό, η μοναδική παρηγοριά ήταν ότι για πρώτη φορά στη μετά Ομπράντοβιτς εποχή, στην Ευρωλίγκα έφτασε ένα βήμα πιο μακριά από τον Ολυμπιακό. Ωστόσο, διέψευσε την υπεραισιοδοξία που ο ίδιος καλλιέργησε μόλις έμαθε ότι αντίπαλός του, έστω και με μειονέκτημα έδρας, ήταν η Λαμποράλ.
Ενα κλαμπ το οποίο σε μέγεθος και εμπειρία δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ΤΣΣΚΑ και την Μπαρτσελόνα που τον σταματούσαν την προηγούμενη τριετία. Δεν ήταν ότι αποκλείστηκε. Ηταν ότι για πρώτη φορά στην ιστορία του «σκουπίστηκε» από μια ομάδα που απέδειξε μέσα στο παρκέ ότι ήταν πολύ ανώτερη.
Για πρώτη φορά, από το 1994 που ξεκίνησε να φτάνει μέχρι τα φάιναλ φορ, μένει έξω από το μεγάλο ραντεβού για τέσσερα συναπτά έτη. Η προηγούμενη αξιοσημείωτη αποχή του ήταν η τριετία 1997-99. Το μάρμαρο το πλήρωσε ο Σάσα Τζόρτζεβιτς. Το ίδιο συνέβη πέρυσι με τον Ιβάνοβιτς (τον διαδέχθηκε ο Μανωλόπουλος) και πρόπερσι με τον Πεδουλάκη (τον αντικατέστησε ο Αλβέρτης). Μια ένδειξη ότι, σε μια περίοδο που κάθε άλλο παρά έλειψαν οι τίτλοι στο εσωτερικό, για τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο το ζητούμενο είναι η Ευρώπη.
Ο Σέρβος τεχνικός χρεώθηκε: την κακή ομάδα που δημιούργησε το καλοκαίρι που χρειάστηκε η προσθήκη τριών Αμερικανών για να προκριθεί στα πλέι οφ, τον αφελληνισμό της και ότι το μπάσκετ που παρουσίασε ήταν ένας συνδυασμός ενστίκτου και αυτοσχεδιασμού. Στη σειρά με την ομάδα του Μπουρούση ήταν προφανές ότι υστερούσε σε ομοιογένεια (χημεία) και αυτοματισμούς. Η ανακατανομή ρόλων που συντελέστηκε στον δεύτερο γύρο του ΤΟΡ-16 έφτανε μόνο για να τον περάσει στην οκτάδα, αλλά όχι για να τον πάει πιο μακριά.
Ούτε για τον Ολυμπιακό το πρόβλημα ήταν ότι δεν έφτασε καν μέχρι τα πλέι οφ, για πρώτη φορά ύστερα από 10 σερί συμμετοχές. Ηταν κυρίως η χλομή εικόνα που έβγαλε και συνοδεύτηκε από πολλές, ασυνήθιστα βαριές ήττες. Αν τα πάλευε αυτά τα ματς, θα πρόβαλλαν ως επαρκείς δικαιολογίες ο σοβαρός τραυματισμός του Γιανγκ και η μακρά απουσία του Λοτζέσκι.
Ομως, κάθε χρόνο, από το 2012 και μετά, οι «ερυθρόλευκοι» χάνουν παίκτες που μετακομίζουν σε άλλες πολιτείες ή ζουν με τέτοιου είδους προβλήματα. Το 1993, πριν από τον θρίαμβο στο Λονδίνο, έχασαν τον Ντόρσεϊ που ζήτησε να φύγει και τον Μάντζαρη που τέθηκε νοκ άουτ από έναν σοβαρότατο τραυματισμό.
Σε έναν ομολογουμένως δύσκολο όμιλο οι Πειραιώτες τερμάτισαν έβδομοι, χάνοντας την πρόκριση, όχι από τα βαριά χαρτιά, αλλά γιατί νίκησαν μόνο ένα από τα τέσσερα ματς που έπαιξαν με την Μπάμπεργκ και την ουραγό Ζαλγκίρις, από την οποία ηττήθηκαν στο Κάουνας με 20 πόντους.
Παράλληλα, έδειξαν χτυπητή αδυναμία μακριά από το ΣΕΦ, όπου υπέστησαν πολλές ήττες. Και βαριές (Χίμκι, Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Ζαλγκίρις) και οδυνηρές (Μπάμπεργκ). Τη Λαμποράλ τη νίκησαν, όμως την πέτυχαν με τον Μπουρούση «τσακισμένο» από το ταξίδι για τον θάνατο του πεθερού του, Μάκη Ψωμιάδη.
Επιπλέον, επιχείρησαν να πετύχουν τον σκοπό τους με σημαία την άμυνα, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε αχίλλειο πτέρνα τους. Η επίθεσή τους ήταν στατική, μονοδιάστατη, προβλέψιμη, φτωχή σε ιδέες, χωρίς μακρινό σουτ. Στο ΣΕΦ, όπου ένιωθαν άνετα, τα κατάφερναν, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Σε γενικές γραμμές ήταν μια ομάδα με πολλές ελλείψεις και κρίση ταυτότητας.
Η επιστροφή του Πεδουλάκη στον πράσινο πάγκο, το «αντίο» του Διαμαντίδη, το πλεονέκτημα έδρας που απέκτησε ο κάτοχος του τίτλου Ολυμπιακός, ο οποίος παράλληλα αντέδρασε πιο ήρεμα στον ευρωπαϊκό αποκλεισμό, σε συνδυασμό με την αρρωστημένη ατμόσφαιρα που συνήθως διαμορφώνεται κάθε φορά που πλησιάζει η μονομαχία των «αιωνίων» δημιουργούν ένα ιδιαίτερο περιβάλλον μέσα από το οποίο θα αναδειχθεί η ομάδα η οποία, αν μη τι άλλο, θα πάει για διακοπές με χαμόγελο.
