Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν, λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του 2020, οι αδελφοί Αγγελόπουλοι αποφάσισαν να καλέσουν τον Γιώργο Μπαρτζώκα να αναλάβει ξανά το τιμόνι του Ολυμπιακού, είχαν στο μυαλό τους ορισμένες σημαντικές παραμέτρους. Η πρώτη ήταν ότι στην πραγματικότητα, οι ίδιοι δεν ήθελαν να φύγει τον Οκτώβριο του 2014, μετά τα περίφημα γεγονότα που σημειώθηκαν στο πάρκινγκ του ΣΕΦ και ακολούθησαν έναν οδυνηρό αποκλεισμό από τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ για το Κύπελλο, όταν υπέβαλε την παραίτησή του.

Η δεύτερη ήταν ότι επί των ημερών του, με αποκορύφωμα το φάιναλ φορ του Λονδίνου όπου οι «ερυθρόλευκοι» έκαναν το back2back κι εκείνος έγινε ο πρώτος Ελληνας προπονητής (και παραμένει ο μοναδικός που τα κατάφερε με ελληνική ομάδα) που κατέκτησε την Ευρωλίγκα, έπαιξαν το πιο θεαματικό και ολοκληρωτικό μπάσκετ της σύγχρονης ιστορίας τους, διαλύοντας την ΤΣΣΚΑ του Μεσίνα και τη Ρεάλ Μ. του Λάσο.

Η τρίτη ήταν ότι, πριν φύγει, πρόλαβε να ανανεώσει το υλικό της ομάδας με φτηνούς παίκτες που ήταν άγνωστοι στην ευρωπαϊκή μπασκετική σκηνή και εξελίχθηκαν σε μεγάλους πρωταγωνιστές (Ντάνστον, Χάντερ, Λοτζέσκι), επιβεβαιώνοντας τη γνωστή ικανότητά του να διακρίνει… προοπτικές και να παρουσιάζει φρέσκα πρόσωπα. Και το σημαντικότερο ήταν ότι αναγνώριζαν την ειλικρίνειά του και τις εκτιμήσεις του για πρόσωπα και καταστάσεις, τα οποία στα χρόνια που μεσολάβησαν τα βρήκαν μπροστά τους.

Από την άλλη, η βραδιά του πάρκινγκ μπορεί να παραμένει για τους συγκεκριμένους οπαδούς του Ολυμπιακού μια μαύρη σελίδα, αλλά για τον Μπαρτζώκα εξελίχθηκε «στην πιο τυχερή του μέρα». Οχι μόνο γιατί τα χρόνια που ακολούθησαν επιβεβαίωσε ότι ανήκει στην ελίτ των προπονητών της Ευρωλίγκας, αφού οδήγησε την άπειρη Λοκομοτίβ Κουμπάν (έπαιξε με wild card) μέχρι το φάιναλ φορ του Βερολίνου (2016) ή τη Χίμκι «στην καλύτερη σεζόν της ιστορίας της», όπως είχε δηλώσει ο πρόεδρός της, αλλά και γιατί έφτασε μέχρι το τιμόνι της Μπαρτσελόνα, τη μοναδική χρονιά της καριέρας του που δεν ευχαριστήθηκε γιατί αφ’ ενός παρέλαβε μια γερασμένη ομάδα που προερχόταν από δύο σεζόν χωρίς τίτλους, και υπέφερε από τραυματισμούς και αφ’ ετέρου γιατί άλλαξε η διοίκηση και δεν είχε την ευκαιρία να μείνει δεύτερη χρονιά για να «χτίσει» τους «μπλαουγκράνα» με βάση τις δικές του ιδέες, όπως του είχαν υποσχεθεί. Στο διάστημα αυτό το κασέ του εκτοξεύτηκε και συνεπώς ο τραπεζικός του λογαριασμός έφτασε σε επίπεδα που θα ήταν δύσκολο να αγγίξει υπό άλλες συνθήκες.

Στην αρχή, ο Μπαρτζώκας πήγε στο ραντεβού περισσότερο από εκτίμηση και αγάπη στους Αγγελόπουλους και τον Γιώργο Σκινδήλια, ο οποίος ήταν ο πρώτος που συνάντησε. Αλλωστε την επόμενη μέρα ήταν να επιστρέψει στη Βαρκελώνη όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του. Το κλίμα άλλαξε στην πορεία των συζητήσεων. Και άλλαξε γιατί οι διοικητικοί ηγέτες έδειχναν να συμφωνούν απόλυτα με τις απόψεις που τους εξέθεσε για τα βήματα που πίστευε ότι έπρεπε να γίνουν ώστε να βγει ο Ολυμπιακός (τότε η αναπτυξιακή ομάδα έπαιζε στην Α2) από την αγωνιστική στενωπό και να ξαναγίνει ομάδα κορυφής. Μέσα σε αυτά τα βήματα συμπεριλαμβάνονταν και σκληρές αποφάσεις. Δεν ήταν τυχαία η δήλωση που έκανε μόλις πήρε όλες τις εγγυήσεις και είπε το «ναι», πως «η απόφασή μου δεν ήταν συναισθηματική αλλά επαγγελματική». Στην ουσία, με τη δήλωση αυτή υπογράμμιζε ότι δεν επιστρέφει ως στρατιώτης βασισμένος στη γνωστή αγάπη του για την ομάδα την οποία υποστήριζε από μικρός, αλλά ως στρατηγός.

Από την πρώτη μέρα που αντικατέστησε τον Κεμζούρα φάνηκε ότι είχε αρχίσει να χαράζει έναν νέο δρόμο. Μάλιστα οι εξελίξεις που ακολούθησαν ίσως να είχαν επιταχυνθεί αν δεν προέκυπτε διακοπή της σεζόν λόγω της πανδημίας και το γεγονός ότι περίμενε να επιστρέψει η ομάδα στην Α1. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, έβαλε τα πρώτα θεμέλια. Η απόκτηση του ΜακΚίσικ, οι επιλογές παικτών με χαμηλό κασέ, όπως ο Χασάν Μάρτιν, ο Ζαν Σαρλ, ο Χάρισον, ο Τζένκινς, και κυρίως η επιλογή της επιστροφής του Κώστα Σλούκα για να αναλάβει τον ρόλο του καθοδηγητή στο παρκέ. Το πλάνο έλεγε ότι η ομάδα θα φτιάξει έναν δυνατό κορμό και μόλις επιστρέψει στην Α1 θα αποκτήσει παίκτες που θα την ενίσχυαν ακόμη περισσότερο. Αυτοί ήταν ο Γουόκαπ, ο Φαλ και ο Ντόρσεϊ.

Για τον κόουτς του Ολυμπιακού η πιο άβολη διαδικασία ήταν όταν εξέφραζε, όσο πιο διακριτικά μπορούσε, την άποψή του για τους δύο εμβληματικούς σταρ: τον Βασίλη Σπανούλη και τον Γιώργο Πρίντεζη. «Το πιο δύσκολο διάστημα για περιπτώσεις μεγάλων παικτών που ασκούν τόσο μεγάλη επιρροή σε έναν οργανισμό δεν είναι όταν σταματάνε, αλλά η διαχείρισή τους όταν βρίσκονται στο τέλος της καριέρας τους», δήλωσε πρόσφατα.

«Σε κάποιες αποφάσεις πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να μην αποφασίζουμε με το συναίσθημα», επέμενε. Γι’ αυτό έκανε έναν συγκεκριμένο και καθοριστικό διαχωρισμό όταν κλήθηκε να τους τοποθετήσει στο κάδρο. «Ο Βασίλης είναι ο μεγαλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ τη φανέλα του Ολυμπιακού», είχε πει για τον «Kill Bill», ο οποίος το περασμένο καλοκαίρι ένιωσε πως ήρθε η ώρα να κρεμάσει τα παπούτσια του. «Ο Γιώργος είναι ο καλύτερος αρχηγός που είχα σε οποιαδήποτε ομάδα έχω δουλέψει», υποστήριξε για τον Πρίντεζη, ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα για τη φετινή εκτόξευση με τον αλτρουιστικό τρόπο που επηρέαζε με την παρουσία του στα αποδυτήρια, χωρίς να παραπονιέται για τον συρρικνωμένο χρόνο συμμετοχής του, από τη στιγμή που ο Σάσα Βεζένκοφ, που έπαιζε στη θέση του, έφτασε να συμπεριληφθεί στην καλύτερη πεντάδα της Ευρωλίγκας.

Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, ο Μπαρτζώκας παρουσίασε μια ομάδα που συνδύασε ένα μπάσκετ υψηλού επιπέδου το οποίο επιβραβεύτηκε με το πρώτο νταμπλ ύστερα από 25 χρόνια με 7-1 επί του Παναθηναϊκού και κυρίως μια αξέχαστη πορεία γεμάτη μεγάλες εμφανίσεις και νίκες, μέχρι το φάιναλ φορ του Βελιγραδίου, που τον ανέδειξαν «προπονητή της χρονιάς». Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι έκανε τους οπαδούς του Ολυμπιακού να πουν «χαλάλι η αναμονή» και να ανυπομονούν να έρθει το επόμενο παιχνίδι για να δουν την αγαπημένη τους ομάδα. Το νέο τριετές συμβόλαιο που υπέγραψε προφανώς ήταν επιβράβευση, αλλά μάλλον και το τελευταίο που τον ενδιέφερε.