Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η απόφαση των μετόχων της Ευρωλίγκας να απομακρυνθεί ο Τζόρντι Μπερτομέου από τη θέση του Εκτελεστικού Διευθυντή, την οποία κατείχε εδώ και 21 χρόνια, είναι το ένα σκέλος των διεργασιών που συντελούνται την τελευταία διετία στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση της Ευρώπης. Το άλλο –και ίσως σημαντικότερο– αφορά την κατεύθυνση που θα επιλέξει να πάρει ο συνεταιρισμός στον δρόμο προς το άμεσο και το απώτερο μέλλον. Ειδικά από την στιγμή που η FIBA και το ΝΒΑ, εδώ και καιρό, απεργάζονται ένα σχέδιο εμπλοκής ανάλογο με αυτό που ήδη εφαρμόζεται στην Αφρική.

Η σκέψη και τελικά η απόφαση για την αποπομπή του Μπερτομέου εκπορεύτηκε ξεκάθαρα από την αίσθηση ότι ο Καταλανός δικηγόρος όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφερε να αξιοποιήσει σε οικονομικό επίπεδο τη δυναμική. Οι εμπορικές συμφωνίες που έκλεισε, αφενός, δεν απέφεραν τα έσοδα που προσδοκούσαν οι ομάδες και, αφετέρου, άρχισαν να εκφράζονται υπόνοιες ότι η διαχείρισή τους δεν ήταν και τόσο διαυγής. Με τον τρόπο που ασκούσε διοίκηση, είχε καταφέρει να εξελιχθεί σε απόλυτο αφεντικό με αποτέλεσμα να περνάει την πολιτική και τις αποφάσεις που ήθελε, χωρίς να έχει τον στοιχειώδη έλεγχο που θα έπρεπε να έχει ένας οποιοσδήποτε έμμισθος υπάλληλος ενός τέτοιου οργανισμού. Κινήσεις, όπως η θέσπιση 10ετών συμβολαίων, ο τρόπος που επέλεγε την προσφορά των μονοετών ή των wild cards, τον βοήθησαν να κάνει τη δική του πολιτική.

Οι ψίθυροι που ακούγονταν έγιναν φωνές, με πιο δυνατή αυτή του Παναθηναϊκού, και από το περασμένο καλοκαίρι οι μέτοχοι του έστειλαν την πρώτη προειδοποίηση. Ουσιαστικά, τον έθεσαν υπό επιτήρηση, συγκροτώντας μια επιτροπή οικονομικού ελέγχου στην οποία επικεφαλής είναι ο γενικός διευθυντής του Ολυμπιακού, Νίκος Λεπενιώτης. Η επιτροπή αυτή άρχισε να κάνει φύλλο και φτερό τις εμπορικές συμφωνίες και να αναζητά τη διαδρομή των χρημάτων που διακινήθηκαν, με την πεποίθηση ότι τελικά πολύ λίγα ήταν αυτά που έφταναν στα ταμεία τους.

Το… τέλος του Μπερτομέου οριστικοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, μετά τη συνέλευση των 13 μετόχων, η οποία κατέληξε (κατά πλειοψηφία) στο συμπέρασμα ότι η Ευρωλίγκα χρειάζεται επανεκκίνηση στον τρόπο δομής και λειτουργίας της, στην οποία ο Μπερτομέου δεν είχε θέση. Στην ουσία, τον ενημέρωσαν ότι στο τέλος της αγωνιστικής σεζόν 2021-22 θα πρέπει να μαζέψει τα πράγματά του και να αποχαιρετήσει, αφήνοντάς διακριτικά στην ευθιξία του το δικαίωμα να παραιτηθεί.

Από εκεί και πέρα, άρχισε ένας νέος κύκλος θεματολογίας, ο οποίος αφορούσε τον διάδοχό του αλλά και την προοπτική συνεργασίας με τους άλλους μεγάλους φορείς του μπάσκετ. Η εξομάλυνση των εχθρικών σχέσεων με τη FIBA και η πιθανότητα συνεργασίας με το ΝΒΑ, το οποίο παρεμπιπτόντως έχει εδώ και χρόνια υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με τη διεθνή Ομοσπονδία, ήταν τα βασικότερα θέματα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Μπερτομέου δεν δείχνει διατεθειμένος να βγει από το κάδρο τόσο εύκολα και χωρίς μάχη. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που ξέρει την κάθε λεπτομέρεια που αφορά τις ισορροπίες στον συνεταιρισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά την απόφαση της απόλυσής του, άρχισαν οι διαρροές προς τον Τύπο και ειδικότερα στις ισπανικές ομάδες (σ.σ.: τρεις ισπανικές ομάδες, Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Μπασκόνια, συν η Φενερμπαχτσέ, τον στήριξαν μέχρι τέλους), όπως για παράδειγμα ότι ομάδες όπως ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός και η Μακάμπι σκέφτονται να αποσκιρτήσουν και να μετακινηθούν προς τη FIBA, με στόχο να προκληθεί αναστάτωση και καχυποψία.

Στο διάστημα αυτών των 21 ετών ο Μπερτομέου προσπάθησε πολλές φορές να ανακατέψει την τράπουλα για να ηρεμήσει τις φωνές των ομάδων για τα απειροελάχιστα έσοδα. Το 2016 οριοθέτησε συγκεκριμένα έσοδα βασισμένα στην αγωνιστική απόδοση των ομάδων. Συγκεκριμένα, κάθε ομάδα έβαζε στο ταμείο της 37.000 ευρώ για κάθε νίκη στην κανονική περίοδο, 70.000 ευρώ για κάθε νίκη στα playoffs, 1.000.0000 ευρώ για την κατάκτηση του τίτλου, 500.000 ευρώ για την κατάκτηση της δεύτερης θέσης, 300.000 ευρώ για την τρίτη θέση και 200.000 ευρώ για την κατάκτηση της 4ης θέσης. Eκείνη τη σεζόν η Πρωταθλήτρια Ευρώπης Φενερμπαχτσέ πήρε 1.930.000 ευρώ, με τον φιναλίστ Ολυμπιακό να ακολουθεί με 1.470.000 ευρώ, ενώ στην 6η θέση βρέθηκε ο Παναθηναϊκός με 760.000 ευρώ. Θυμίζουμε ότι το πριμ κατάκτησης της Ευρωλίγκας που πήρε ο Ολυμπιακός στην Πόλη το 2012 ήταν 250 χιλιάδες.

Το επόμενο βήμα, ήταν να τροποποιήσει τα ποσοστά καταμερισμού των χρημάτων από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, αφού οι ελληνικές ομάδες, η Μακάμπι και οι ισπανικές που είχαν τα μεγαλύτερα συμβόλαια δεν είχαν ανάλογο όφελος. Πώς ήταν δυνατόν να παίρνουν τα ίδια χρήματα Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός, που είχαν συμβόλαιο 11 εκατομμυρίων, με την ΤΣΣΚΑ, τη Ζενίτ και την Ούνιξ (ή τη Χίμκι) που παρουσίαζαν τηλεοπτικό συμβόλαιο μόλις 300 χιλιάδων; Ετσι, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός άρχισαν να καρπώνονται το 79% από τα υψηλά συμβόλαια της NOVA. Θεσπίστηκε λοιπόν ένα market pool και τα χρήματα που προορίζονταν γι’ αυτό άρχισαν να μοιράζονται με βάση την κατάταξη και μόνο στις πρώτες 14 ομάδες της βαθμολογίας. Η πρώτη θέση έδινε 1.500.000 ευρώ, η δεύτερη 850.000, η τρίτη 750.000 και για κάθε θέση μετά έπεφτε το ποσό κατά 50.000. Πέρυσι, ο Παναθηναϊκός που τερμάτισε 16ος δεν πήρε ούτε ένα ευρώ.

Οι πρώτες υπόνοιες ότι κάτι δεν πάει καλά με την οικονομική διαχείριση προέκυψαν τo 2016, όταν η FIBA ξεκίνησε τη διοργάνωση του BCL και προσπάθησε να προσελκύσει κάποια δυνατά ονόματα από την Ευρωλίγκα, προσφέροντάς τους πολύ υψηλότερα εγγυημένα έσοδα. Σε όλους έκανε εντύπωση πως τότε βρέθηκε ως από μηχανής θεός η συμφωνία με την IMG, η οποία οδήγησε στην προσφορά των 10ετών συμβολαίων, με υψηλές ρήτρες για όποια ομάδα ήθελε να αλλάξει «στρατόπεδο». Η δεύτερη φορά που οι ομάδες εκνευρίστηκαν ήταν στην περίοδο της πανδημίας, η οποία οδήγησε στη διακοπή της προπέρσινης διοργάνωσης. Ο Μπερτομέου δέχτηκε αβασάνιστα την απαίτηση της Ενωσης Παικτών (ELPA) να καλυφθούν τα συμβόλαια των παικτών κατά 80% ενώ είχαν αγωνιστεί στο 65% της σεζόν.

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, πως είμαστε πλέον μπροστά σε μια μεταβατική φάση στην Ευρωλίγκα. Οι ομάδες παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους για να επιχειρήσουν σαρωτικές και δομικές αλλαγές, αλλά και για την επιλογή ανάλογων στρατηγικών συμμάχων, με βασικό στόχο να διατηρήσουν ψηλά την αγωνιστική ποιότητα των αγώνων με την προσδοκία ότι αυτή θα συνοδευτεί με τα ανάλογα έσοδα.