Οσο πλησιάζει το μεγάλο ραντεβού του «Σινάν Ερντέν», όλο και επιβεβαιώνεται η αίσθηση ότι οι τέσσερις ομάδες που θα διεκδικήσουν τον φετινό τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης στην Ευρωλίγκα πάνε να παίξουν με ανοιχτά χαρτιά.
Είναι ελάχιστα τα περιθώρια που έχουν οι τέσσερις προπονητές να βγάλουν ξαφνικά… άσους από το μανίκι τους και να αιφνιδιάσουν τον απέναντι, από τη στιγμή που έχουν προηγηθεί οι 30 αγωνιστικές της κανονικής περιόδου.
Εκεί όπου -για πρώτη φορά λόγω του νέου συστήματος- όλοι έχουν παίξει με όλους.
Αλλά και στα πλέι οφ, στα οποία δεν σημειώθηκε δα και καμία μεγάλη έκπληξη, αν εξαιρέσουμε την ολοκληρωτική αδυναμία που έδειξε ο Παναθηναϊκός να αντισταθεί στη δύναμη της Φενέρμπαχτσε, παρότι είχε το πλεονέκτημα έδρας.
Είναι ξεκάθαρο ότι το τρόπαιο θα καταλήξει στα χέρια εκείνης της ομάδας που θα δείξει τη μεγαλύτερη πνευματική και ψυχολογική ετοιμότητα και θα αξιοποιήσει στο παρκέ τα περισσότερα από τα αγωνιστικά «όπλα» που την έφεραν ώς εδώ.
Και φυσικά, εκείνης που θα δείξει τη δύναμη και την αντοχή να το κάνει με την ίδια επιτυχία τόσο στον ημιτελικό της Παρασκευής όσο και στον τελικό της Κυριακής.
Το πόσο σημαντική είναι η «ψυχολογική και πνευματική ετοιμότητα» μπορεί εύκολα να το αντιληφθεί κανείς από τα «παιχνίδια μυαλού» που έχουν ξεκινήσει ο Ολυμπιακός και η ΤΣΣΚΑ.
Το ζευγάρι που θα ανοίξει την αυλαία στα ημιτελικά της ερχόμενης Παρασκευής.
Ο Ολυμπιακός (3 τίτλοι), από τη μία, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τον ρόλο του απόλυτου αουτσάιντερ, ο οποίος τα τελευταία χρόνια τού πήγε πολύ, αν αναλογιστούμε τους θριάμβους της Πόλης (2012) και του Λονδίνου (2013).
Από την άλλη, επιχειρεί να ξύσει την πληγή της ΤΣΣΚΑ, υπενθυμίζοντάς της ότι την έχει νικήσει τις τρεις τελευταίες φορές που τη βρήκε μπροστά της (τελικός 2012, ημιτελικοί 2013 και 2015).
Δεν ήταν τυχαία η ατάκα του Βαγγέλη Μάντζαρη ο οποίος υπενθύμισε: «Πέρυσι που η ΤΣΣΚΑ τα κατάφερε, εμείς δεν ήμασταν εκεί».
Ο Γιάννης Σφαιρόπουλος, ο μόνος από τους τέσσερις προπονητές της παρέας που δεν έχει στεφθεί πρωταθλητής Ευρώπης, θα επιχειρήσει να γίνει ο τρίτος Ελληνας προπονητής που θα καταφέρει να ανέβει στο βάθρο, μετά τους Μπαρτζώκα (Ολυμπιακός, 2013) και Ιτούδη (ΤΣΣΚΑ, 2016) βασιζόμενος στη δεδομένη εμπειρία του ελληνικού κορμού ο οποίος με μπροστάρηδες τους Σπανούλη και Πρίντεζη εγγυάται εμπειρία και ομοιογένεια.
Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Ιτούδης ετοιμάζει την ΤΣΣΚΑ (7 τίτλοι) με τον αέρα της περσινής λυτρωτικής στέψης αλλά και με μια διπλή πρόκληση κατά νου: να ξορκίσει επιτέλους το φάντασμα του Ολυμπιακού και να επιχειρήσει το repeat ώστε να βάλει τη «ρωσική αρκούδα» σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ ομάδων που το έχουν επιτύχει και το αποτελούν η Γιουγκοπλάστικα, η Μακάμπι και ο Ολυμπιακός.
Το ακριβό ρόστερ, το κορυφαίο δίδυμο γκαρντ της Ευρώπης (Τεόντοσιτς – ΝτεΚολό) και οι αυτοματισμοί που έχει αναπτύξει της δίνουν μια δυνατή ώθηση σε αυτή την προσπάθεια.
Στο άλλο ζευγάρι, η Φενέρμπαχτσε εμφανίζεται με δύο βασικά χαρακτηριστικά που την κάνουν να διαφέρει από τις υπόλοιπες τρεις ομάδες.
Το ένα είναι ότι παίζει στην πόλη της. Το άλλο, ότι πρόκειται για τη μοναδική του «καρέ» που ακόμη δεν έχει στεφθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Το «παλεύει» σκληρά την τελευταία τριετία, μετρώντας δύο σερί συμμετοχές σε φάιναλ φορ (αυτή είναι η τρίτη), εκ των οποίων η περσινή την έφερε μια ανάσα από την επίτευξη του στόχου, που χάθηκε από την ΤΣΣΚΑ, εξαιτίας ενός φόλοου του Χριάπα, ο οποίος της πήρε την μπουκιά από το στόμα και έστειλε τον περσινό τελικό του Βερολίνου στην παράταση.
Εννοείται ότι το μεγάλο της ατού είναι ο προπονητής της, ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, ο οποίος είναι ο αναμφισβήτητος «άρχοντας των δαχτυλιδιών» (8 κούπες με 4 διαφορετικές ομάδες).
Ο «Ζοτς» ξόδεψε πολλά χρήματα, αλλά κατέληξε σε ένα σφιχτό ροτέισον 7-8 παικτών από το οποίο ξεχωρίζουν δύο δίδυμα: αυτό των Μπογκντάνοβιτς – Σλούκα στην περιφέρεια και εκείνο των Ούτοχ – Βέσελι μέσα στη ρακέτα.
Το ζητούμενο είναι αν η δεδομένη επικράτηση στη μάχη της εξέδρας θα μεταφραστεί και σε κυριαρχία πάνω στο παρκέ.
Πρώτο εμπόδιο στον δρόμο της Φενέρ θα είναι η «βασίλισσα» Ρεάλ Μ. των 9 τίτλων (πολυνίκης), η οποία έχει κάνει ήδη εντύπωση τερματίζοντας πρώτη στην κανονική περίοδο.
Ο Πάμπλο Λάσο συνεχίζει να αξιοποιεί μια πολύ ποιοτική φουρνιά που έχει στα χέρια του τα τελευταία χρόνια, με μπροστάρη τον τρομερό Σέρχιο Γιουλ, εμπλουτισμένη με τη φρεσκάδα του «rising star» της σεζόν, του 18χρονου Λούκα Ντόντσιτς, αλλά και το αρχοντικό στιλ του Αντονι Ράντολφ, ο οποίος πέρυσι έλαμψε στην εκπληκτική Λοκομοτίβ Κουμπάν.
Η Ρεάλ είναι ομάδα επιθετικού ρυθμού και ως εκ τούτου ο αποσυντονισμός θα είναι το «κλειδί», τόσο στη μονομαχία της Παρασκευής όσο και στον τελικό, αν η πρωταθλήτρια Ισπανίας καταφέρει να φτάσει για 4η φορά τα τελευταία 5 χρόνια.
