Ο,τι απέμεινε από το πεδίο της μάχης

[...]κοίταζε αυτούς κάτω με γνήσιο ενδιαφέρον, τις χώρες τους, τους
βασιλιάδες τους, τα σύνορά τους, τις έριδές τους, τους φιλοσόφους τους,

τους τάφους τους, τον συνολικό αισθητικό, παιδαγωγικό, πνευματικό πολτό
τους, τους αιώνιους πολέμους και επαναστάσεις τους, έβλεπε κάτω ένα τεράστιο
γελοίο πεδίο μάχης, η Γη πάνω σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου: κατακρεουργημένη

Σε μία από τις διαλέξεις του ο σπουδαίος W.G. Sebald κάνει μνεία στην Τριλογία της αποτυχίας του Wolfgang Koeppen - δηλαδή στα μυθιστορήματα «Το θερμοκήπιο» (1953) και «Ο θάνατος στη Ρώμη» (1954) που ακολούθησαν το ανά χείρας «Περιστέρια στη χλόη» (1951). Ο Sebald συγκαταλέγει τον Koeppen στους (πολύ λίγους) Γερμανούς συγγραφείς που, τόσο σύντομα μεταπολεμικά, τολμούν να μιλήσουν για τη «ναζιστική πληγή» μέσα από το έργο τους. Μετά από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια συγγραφικής απραξίας -και μετά από δύο προπολεμικά μυθιστορήματα που έτυχαν χλιαρής υποδοχής από κοινό και κριτικούς- ο Koeppen εκδίδει τα «Περιστέρια στη χλόη». Πολύ γρήγορα, το μυθιστόρημα αυτό τον τοποθετεί ανάμεσα στους σημαντικότερους συγγραφείς των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων της κεντρικής Ευρώπης.

WOLFGANG KOEPPEN «Περιστέρια στη χλόη» Μυθιστόρημα Μετάφραση-επίμετρο: Βασίλης Τσαλής Κριτική, 2016, σελ. 318 |
Ο εν πολλοίς άγνωστος στο ελληνικό κοινό Koeppen (το 2009 είχε επίσης κυκλοφορήσει η ταξιδιωτική νουβέλα του «Οι απόγονοι της Σαλαμίνας ή οι βαρύθυμοι Ελληνες» από τις εκδόσεις University Studio Press) βαδίζει αφηγηματικά στα χνάρια των Τζόις και Φόκνερ. Χτίζει μια πολυπρισματική ιστορία στο Μόναχο, πολύ κοντά στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν από τις πυκνές σελίδες του βιβλίου, η αφηγηματική γωνία αλλάζει διαρκώς (σχεδόν με κινηματογραφικούς όρους), ο συγγραφέας όμως ματίζει τα άλματα της αφήγησης με μαεστρία.

Η (όποια) δράση μάς μεταφέρεται μέσω μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης, η οποία πολύ συχνά συναιρείται με ενός είδους εσωτερικό μονόλογο που μοιάζει να εκπορεύεται από το συλλογικό θυμικό των χαρακτήρων του βιβλίου - ειδικά των επτά προσώπων που επανέρχονται πιο συχνά στη διάρκεια της αφήγησης.

Ο καταβεβλημένος και καταθλιπτικός Φίλιππος, ένας συγγραφέας στον οποίο μάλλον καθρεφτίζεται ο ίδιος ο Koeppen∙ η νεαρή του σύζυγος, Εμίλια (και πάλι, αντίστοιχη της νεαρής συζύγου του Γερμανού συγγραφέα)∙ οι μαύροι Αμερικανοί στρατιώτες, Οδυσσέας Κότον και Ουάσινγκτον Πράις, από το στρατόπεδο των νικητών∙ ο εξαθλιωμένος, γερασμένος, Γερμανός αχθοφόρος, Γιόζεφ, από το στρατόπεδο των ηττημένων∙ η Γερμανίδα ερωμένη του Πράις, Κάρλα, που αντιπροσωπεύει την αδύναμη αντίδραση του «κοινού αισθήματος» μπροστά στη νοσταλγική αναπόληση του ναζιστικού παρελθόντος∙ ο διανοούμενος και ποιητής, κύριος Εντουιν, ο οποίος απομένει βουβός κήρυκας του «δυτικού μεγαλειώδους πνεύματος» με φόντο τα ερείπια της γερμανικής επικράτειας (και της Ευρώπης επίσης).

Ο Koeppen μπλέκει συνειρμούς, αναπολήσεις, φόβους και ελπίδες σε ένα εκρηκτικό αφηγηματικό μείγμα που αναπτύσσεται με υψηλές ταχύτητες. Ο αφηγηματικός ρυθμός και η χρήση της γλώσσας ξεχωρίζουν και υπογραμμίζουν τη λογοτεχνική αξία του έργου, ενώ η πολυπρισματική προσέγγιση της πραγματικότητας χαρακτηρίζεται από διαύγεια και όχι μόνο δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη, αλλά τον τοποθετεί στο σημείο όπου συρρέουν διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά ρεύματα της εποχής, όπου ασκούνται ομόρροπες και αντίρροπες δυνάμεις.

Κι εδώ χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς η μετάφραση του Βασίλη Τσαλή, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά πολύ καλών μεταφράσεων γερμανόφωνων κειμένων (π.χ. του Τόμας Μπέρνχαρντ από τις εκδόσεις Κριτική και, πιο πρόσφατα, του Φραντς Κάφκα από τις εκδόσεις Κίχλη).

Συμπυκνωμένα σε λιγότερες από 24 ώρες, τα τεκταινόμενα σχολιάζουν εμμέσως μια σειρά από πληγές, οικείες για τον γερμανικό μεταπολεμικό κόσμο, αλλά και διαχρονικές. Για παράδειγμα, αντιπαραβάλλονται οι ναζιστικές διώξεις κατά των Εβραίων με τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν οι νέγροι στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’50. Ομοίως, οι νικητές και οι ηττημένοι του Μεγάλου Πολέμου αντιπαραβάλλονται με τους νικητές και τους ηττημένους της καθημερινότητας, με τους τυχερούς και τους άτυχους του ερωτικού παιχνιδιού, με αυτούς που επιζητούν «αποναζιστικοποίηση» της χώρας κι αυτούς που νοσταλγούν χωρίς ενδοιασμούς τον εθνικοσοσιαλισμό.

Ολοι οι χαρακτήρες, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, πηγαινοέρχονται στις γειτονιές του Μονάχου χωρίς εμφανή προσανατολισμό, σαν τα «περιστέρια στη χλόη», τσιμπολογώντας ψήγματα μιας θολής κι αβέβαιης πραγματικότητας - ή με τα λόγια του ίδιου του Koeppen: «[...] ακατανόητο ήταν το ποτάμι, ακατανόητος ο παφλασμός, ληθαργικός ο βόμβος των ήχων». Κι όλα τα παραπάνω συνοψίζονται ένα προς ένα στην πυκνή κατακλείδα του βιβλίου: «[...] Το όνειρο είναι βαρύ και ταραγμένο. Η Γερμανία ζει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ανατολικός κόσμος, δυτικός κόσμος, θρυμματισμένος κόσμος, δύο ημισφαίρια, αντίπαλα και ξένα μεταξύ τους, η Γερμανία ζει πάνω στο σημείο επαφής, πάνω στο ρήγμα, ο χρόνος είναι πολύτιμος, είναι ένα διάστημα μόνο, ένα πενιχρό διάστημα, σπαταλημένο, μια στιγμή για να ανασάνεις, μια μικρή ανάπαυλα στο αναθεματισμένο πεδίο της μάχης».