Ευρύ (ρεαλιστικό) κάδρο και πνεύμα

zoakim_maria_masanto_nte_asis.jpg

Ο Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς Ο Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς

«Πιστέψτε με, το μικρότερο κακό στον κόσμο είναι η ανάμνηση· μην εμπιστεύεστε την ευτυχία τού σήμερα· υπάρχει πάντα μέσα της μια σταγόνα απ’ το σάλιο του Κάιν. Οταν περάσει ο χρόνος, όταν τελειώσει ο σπασμός, τότε, τότε ίσως μπορεί κανείς να νιώσει μια πραγματική ευχαρίστηση, διότι μεταξύ αυτών των δύο ψευδαισθήσεων η καλύτερη είναι αυτή που μπορούμε να τη νιώσουμε χωρίς πόνο».

Στις «Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας», το πρώτο μυθιστόρημα της «Ρεαλιστικής Τριλογίας», ένας ήδη νεκρός, στον οποίο ανήκει το παραπάνω απόσπασμα, αφηγείται τη ζωή του. Οχι γιατί πιστεύει ότι η συγκεκριμένη ζωή αξίζει να γίνει αντικείμενο αφήγησης, αλλά γιατί είναι μέρος (μαζί με το τέλος της) ενός αδυσώπητου χρόνου που παραμένει αμέτρητος και αναλλοίωτος. Η ζωή του, άλλωστε, όπως οι ζωές των πολλών διακατέχεται από τον εγωιστικό οίστρο που συντηρεί την ύπαρξη.

MACHADO DE ASSIS «Ρεαλιστική Τριλογία» ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ  ΤΟΥ ΜΠΡΑΣ ΚΟΥΜΠΑΣ, ΚΙΝΚΑΣ ΜΠΟΡΜΠΑ, ΔΟΝ ΚΑΣΜΟΥΡΟ Μετάφραση-Πρόλογος-Σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα Gutenberg  (σειρά «Orbis Literae»), 2017 Σελ. 1.008 MACHADO DE ASSIS «Ρεαλιστική Τριλογία» ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΣ ΚΟΥΜΠΑΣ, ΚΙΝΚΑΣ ΜΠΟΡΜΠΑ, ΔΟΝ ΚΑΣΜΟΥΡΟ Μετάφραση-Πρόλογος-Σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα Gutenberg (σειρά «Orbis Literae»), 2017 Σελ. 1.008 |
Ο Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς (Joakim Maria Machado de Assis, 1839-1908) είναι ο επιφανέστερος Βραζιλιάνος συγγραφέας του 19ου αιώνα και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας όλων των εποχών. Πολυμεταφρασμένος και πολυδιαβασμένος, τοποθετείται από τον Χάρολντ Μπλουμ δίπλα στον Δάντη, τον Καμόενς και τον Σέξπιρ.

Από τον πρόλογο της μεταφράστριας της «Ρεαλιστικής Τριλογίας», Μαρίας Παπαδήμα, πληροφορούμαστε ότι ο Βραζιλιάνος συγγραφέας Βίκτορ Ερινγερ (Victor Heringer), βραβευμένος με το σπουδαίο λογοτεχνικό βραβείο Jabuti, δήλωσε ότι η λογοτεχνία δεν είναι πια η ίδια μετά τον Μασάντο ντε Ασίς, τοποθετώντας τον ανάμεσα σε αυτούς που άλλαξαν τη ροή της, τον Λόρενς Στερν (Laurence Sterne), τον Τζέιμς Τζόις (James Joyce), τη Γερτρούδη Στάιν (Gertrude Stein), τον Ζορζ Περέκ (Georges Perec), την Ιλντα Ιλστ (Hilda Hilst) και άλλους μεγάλους. Πάμπολλες είναι οι μελέτες και οι διδακτορικές διατριβές που γράφηκαν για το έργο του, ενώ ο ίδιος ίδρυσε τη Βραζιλιάνικη Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών, όπου παρέμεινε πρόεδρος μέχρι τον θάνατό του.

Ο Μασάντο ντε Ασίς γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο από μιγάδα πατέρα και Πορτογαλίδα μητέρα, που την έχασε σε ηλικία δέκα ετών. Εμαθε από μόνος του ξένες γλώσσες, μελέτησε την αρχαία ελληνική γραμματεία και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το λογοτεχνικό του έργο δεν περιλαμβάνει μόνο μυθιστορήματα αλλά ποίηση, νουβέλα και θέατρο.

Η «Ρεαλιστική Τριλογία» είναι ο τόμος των εκδόσεων Gutenberg από τη σειρά «Orbis Literae» που περιλαμβάνει τρία μυθιστορήματα· «Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας», «Κίνκας Μπόρμπα» και «Δον Κασμούρο». Η εξαιρετική μετάφραση ανήκει στη Μαρία Παπαδήμα, γνωστή από τις μεταφράσεις των έργων του Φερνάντο Πεσόα (Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης για το έργο «Το βιβλίο της ανησυχίας»).

Στον πρόλογό της, μας εισάγει με την περιγραφική ανάλυση των τεχνικών αφηγηματικών στοιχείων στο πνεύμα της γραφής του Μασάντο ντε Ασίς. Για να έχει πλήρη εικόνα ο αναγνώστης, πρέπει να επισημανθεί ότι το μυθιστόρημα «Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας» εκδόθηκε ολοκληρωμένο το έτος 1881, ο «Κίνκας Μπόρμπα» εκδόθηκε το 1891, ενώ το 1899 εκδόθηκε στο Παρίσι και το 1900 στη Βραζιλία ο «Δον Κασμούρο», που θεωρείται το μυθιστόρημα της ωριμότητάς του, η κορωνίδα του έργου του Μασάντο.

Με τις «Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας», ο συγγραφέας εγκαινιάζει τη δεύτερη συγγραφική του περίοδο που χαρακτηρίζεται ρεαλιστική. Το μυθιστόρημα είναι διάσπαρτο από απόψεις του συγγραφέα για την ύπαρξη, την ηθική, τον χρόνο και το νόημά του, τον θάνατο αλλά και για την πολιτική, τη δουλεία, τις κοινωνικές συμβάσεις, και φυσικά τον έρωτα.

Ο Μπρας Κούμπας μονολογεί, αφηγούμενος διάφορα περιστατικά της ζωής του, σε πολύ μικρά κεφάλαια. Στο έβδομο μόλις κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο το «Παραλήρημα», δομείται μυθιστορηματικά ο φιλοσοφικός στοχασμός του Μασάντο ντε Ασίς για τον χρόνο και την ύπαρξη.

Μάλιστα είναι το πιο μεγάλο κεφάλαιο σε σχέση με τα υπόλοιπα, μερικά εκ των οποίων δεν ξεπερνούν μερικές γραμμές. Πρωτοπρόσωπη διήγηση με ιδιαίτερους αφηγηματικούς χειρισμούς στην απόδοση της ειρωνείας, που άλλοτε κυλά υποδόρια παρεμβαλλόμενη σε παρενθετικά μικρά κεφάλαια που διακόπτουν τα αφηγηματικά περιστατικά και άλλοτε αποδίδεται κυνικά ως κατακλείδα κάποιου κεφαλαίου.

Περιπαίζει τον αναγνώστη, είτε με κεφάλαια γεμάτα αποσιωπητικά είτε με εκφράσεις όπως «Αλλά το βιβλίο είναι βαρετό… Βιάζεσαι να γεράσεις (αναγνώστη) και το βιβλίο προχωράει αργά· (…) και αυτό το βιβλίο μου είναι σαν τους μεθυσμένους που πάνε μία αριστερά μία δεξιά, προχωράνε και σταματάνε, γκρινιάζουν, φωνάζουν, ξεσπάνε σε γέλια, απειλούν τον ουρανό, σκοντάφτουν και πέφτουν...».

Ο «Κίνκας Μπόρμπα» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας. Είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται και στις «Μεταθανάτιες αναμνήσεις». Εκεί τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά ως εισηγητή μιας νέας φιλοσοφίας, του «ουμανιτισμού», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παρωδία των φιλοσοφικών κινημάτων του ουμανισμού και του ποσιτιβισμού. Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί ο Ρουμπιάο, κληρονόμος της περιουσίας και της φιλοσοφίας του ουμανιτισμού που αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίζει τον ομώνυμο σκύλο, τον Κίνκας Μπόρμπα.

Ο πλούσιος πλέον Ρουμπιάο συνδέεται φιλικά με ένα ζευγάρι και ερωτεύεται τη γυναίκα του φίλου του, τη Σοφία. Ο ανεκπλήρωτος αυτός έρωτας τον σημαδεύει και παρακολουθούμε την πορεία του προς την παραφροσύνη και φυσικά την απώλεια όλης της περιουσίας του.

Κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά δεν λείπουν ούτε η ειρωνεία απέναντι στις θεωρητικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις ούτε ο σχολιασμός στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Στη συζήτηση για το περιεχόμενο της θεωρίας του ουμανιτισμού περιγράφεται με απόλυτα κυνικό χιούμορ η ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση, όπου ο θάνατος και ο πόλεμος είναι αναγκαία αναπτύγματα για τη συνέχιση της ζωής, αναφωνώντας στο τέλος τη συνθηματική κατακλείδα, «στον νικητή, οι πατάτες». Μέσα σ’ αυτό το κριτικό και ειρωνικό σχόλιο για την κατάσταση της ύπαρξης, αναδεικνύονται οι συγγένειες τόσο με τη θεωρία του Δαρβίνου όσο και με τη ζωική ορμή (elan vital) του Ανρί Μπεργκσόν.

Στον «Δον Κασμούρο», το τρίτο μυθιστόρημα του τόμου και το τελευταίο της τριλογίας, ο Μασάντο πραγματεύεται το θέμα του έρωτα, της πίστης και της αφοσίωσης.

Εχει απολογητικό τόνο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, διευκολύνοντας τον αναγνώστη να διολισθήσει σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές για τα κίνητρα και τις ψυχολογικές διαθέσεις των πρωταγωνιστών· του ήρωα-αφηγητή Μπεντίνιο, του φίλου του Εσκομπάρ και της συζύγου του πρώτου, της Καπιτού, μιας αινιγματικής γυναικείας φυσιογνωμίας, που ενώ ο συγγραφέας τής αποδίδει μια θαυμαστή στερεότητα χαρακτήρα, ταυτόχρονα την αποδομεί με την αφηγηματική τεχνική της αμφισημίας και την αιώρηση υπονοιών.

Οι βεβαιότητες του Μπεντίνιο που εξάγονται ακόμη και από τις αμήχανες στιγμές της Καπιτού, η λήψη της σιωπής της ως ομολογίας, λειτουργούν υπονομευτικά για τον αναγνώστη στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Με τον «Δον Κασμούρο» ο Μασάντο διδάσκει την τεχνική της αμφισημίας. Ολα τα ενδεχόμενα είναι προσβάσιμα στην ανάλυση, ακόμη και ένας υποφώσκων παραλογισμός του Μπεντίνιο, οφειλόμενος στο ερωτικό του πάθος.

Μελετητές και κριτικοί του έργου του θεωρούν ότι από το 1880 και μετά ο Μασάντο μεταμορφώθηκε από συγγραφέα ρομαντικών κειμένων σε δάσκαλο του ψυχολογικού ρεαλισμού. Ο Augusto Meyer, π.χ., θεωρούσε την αμφισημία το πιο εμφανές και έξοχο θέμα του Μασάντο, ενώ πολλοί συμφωνούν ότι η κοσμοθεωρία του διακρίνεται από την έλλειψη της αναφοράς σε μια στέρεη αντικειμενικότητα, τον σχετικισμό και τον υποκειμενισμό, το ευμετάβολο της πραγματικότητας. Αυτά εξάγονται άλλωστε από την ύφανση των χαρακτήρων του, με τις εγγενείς τους αντιφάσεις, και από τις μεταξύ τους σχέσεις όπου κυριαρχούν οι εναλλαγές και οι ανατροπές.

Και στα τρία μυθιστορήματα της τριλογίας υπάρχει μια ευρύτητα θεμάτων, που δίνονται με το ιδιαίτερο περιγραφικό και αφηγηματικό στιλ, που κατατάσσει τον Μασάντο στην κατηγορία των συγγραφέων του ρεαλισμού. Στο τέλος, όμως, το θέμα του χρόνου και του περάσματός του με τη διάχυση ενός πικρά ειρωνικού πεσιμισμού είναι αναμφίβολα το κυρίαρχο.

Είτε με τη μορφή των αναμνήσεων είτε με την ευθεία χρονικά αφήγηση, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το παρόν από απόσταση ασφαλείας, ως μη πραγματικό (ο Μπρας Κούμπας είναι ήδη πεθαμένος, ενώ θυμάται), εντείνοντας την αμφισημία, τη ρευστότητα των αντιλήψεων και τη διττότητα των χαρακτήρων.

Η υιοθέτηση ελεύθερων τρόπων γραφής, η εξοικείωση με τις νέες φόρμες αφήγησης, η ένταση του ειρωνικού λόγου, οι μορφικοί πειραματισμοί με κενά αριθμημένα κεφάλαια, η κριτική πάνω στις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές δομές της Βραζιλίας του 19ου αιώνα, που αναζητούσε την εδραίωση της εθνικής της ταυτότητας μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 1822, δεν συνιστούν μόνο στοιχεία του ρεαλιστικού πνεύματος, αλλά αποτελούν και τις πρώιμες εισηγήσεις στον μοντερνισμό, που ωστόσο ήδη έχουν απαντηθεί και νωρίτερα σε έργα όπως το Σατυρικό του Πετρώνιου, τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, στις σελίδες του Ραμπελέ ή του Σμόλετ.

Αν και η τριλογία εκτυλίσσεται στις συνοικίες του Ρίο ντε Τζανέιρο και τα έργα γράφηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, υπάρχει η αίσθηση της διαχρονικότητας και της οικουμενικότητας. Ο Μασάντο πλαισιώνει τις ιστορίες του με αναφορές στους μεγάλους της δυτικής λογοτεχνίας, φιλοσοφίας, θρησκείας και μουσικής ακόμη, από Ομηρο, Πλούταρχο, Σουητώνιο, Τερτυλλιανό μέχρι Πασκάλ, Σέξπιρ, Βολταίρο, Δάντη και Τζουζέπε Βέρντι, οργώνοντας τον χρόνο και τον πολιτισμό. Ισως γιατί πιστεύει ότι τα έργα του πνεύματος αποτελούν τον συνεκτικό δεσμό μιας εύθραυστης κατά τ’ άλλα πραγματικότητας.

Ισως γιατί αποτελούν τη μόνη στέρεη αναφορά απέναντι στον «άνθρωπο που είναι ένα σφάλμα που σκέφτεται. Κάθε εποχή της ζωής είναι μια έκδοση που διορθώνει την προηγούμενη και η οποία επίσης θα διορθωθεί μέχρι την οριστική έκδοση που ο εκδότης θα τη δώσει δωρεάν στα σκουλήκια».