Η Κέρκυρα, με τα υπέροχα τοπία της και τα φινετσάτα αρχοντικά της, αποτελεί την κορωνίδα των Επτανήσων και δεσπόζει στην είσοδο της Αδριατικής. Κάθε γωνιά της πόλης και του νησιού συνθέτουν ένα ξεχωριστό κάδρο και δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκεται στις πρώτες θέσεις προτίμησης για ξένους αλλά και Ελληνες επισκέπτες. Είναι γνωστή με την ονομασία Corfu, που ακούγεται ξενόγλωσση, προέρχεται όμως από παραφθορά του βυζαντινού Κορυφώ.
Το αξίωμα ότι οι ανά τον κόσμο οικισμοί φέρουν τη σφραγίδα των κατά καιρούς κατακτητών τους ισχύει στο ακέραιο για το νησί των Φαιάκων που έμεινε 400 χρόνια κάτω από την κυριαρχία της Βενετίας και στη συνέχεια γνώρισε τη γαλλική, τη δίχρονη ρωσοτουρκική και κυρίως την αγγλική κατοχή, ώς το 1864, οπότε τα Επτάνησα δόθηκαν από τη βασίλισσα Βικτωρία δώρο στον Δανό βασιλιά Γεώργιο και ενώθηκαν με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Τα αρχοντικά γύρω από τη Σπιανάδα, τη μεγαλύτερη πλατεία των Βαλκανίων, τα Παλιό και το Νέο Φρούριο, το Κανόνι, το «Μον Ρεπό» και το θέατρο «Σαν Τζιάκομο» ξετυλίγουν τη βεντάλια της βενετσιάνικης, γαλλικής και αγγλικής επιρροής στη νεότερη αρχιτεκτονική του νησιού, που διατηρήθηκε αλώβητη καθώς η Κέρκυρα δεν επλήγη από τους μεγάλους σεισμούς του 1953 που ισοπέδωσαν τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου.
Για λόγους προφύλαξης από τις επιδρομές, η πόλη αναπτύχθηκε μέσα σε τείχη. Το ιστορικό αυτό δεδομένο οδήγησε στα καντούνια, τα στενά δρομάκια με πλάτος από 3 μέτρα έως και 80 εκατοστά, που αναπτύχθηκαν χωρίς πολεοδομικό σχέδιο και συχνά θυμίζουν λαβύρινθο.
Μόνοι τους οι κάτοικοι άφησαν μικρούς χώρους για πλατείες, με εξαίρεση τη Σπιανάδα, με τη «βόλτα» και τις τοξωτές στοές της. Εξω από την περιτείχιση αναπτύχθηκαν τα προάστια: Γαρίτσα, Ανεμόμυλος, Στρατιές, Φιγαρέτο, Μαντούκι.
Σύμφωνα με τα «Κερκυραϊκά Χρονικά», σε αυτές τις οικιστικές ενότητες λειτουργούσαν και οι λίγες βιοτεχνίες που μαζί με τη γεωργία εξασφάλιζαν την επιβίωση των λαϊκών στρωμάτων.
Το νησί πρωταγωνιστεί στα ομηρικά έπη, αλλά οι αρχαιολόγοι πιστοποιούν ότι κατοικούνταν από την παλαιολιθική εποχή. Οι πρώτοι έποικοι προέρχονταν από την Ερέτρια και ακολούθησαν το 734 π.Χ. οι Κορίνθιοι υπό τον Χερσικράτη που επεκτάθηκαν και στην απέναντι ακτή, το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας.
Οι Κερκυραίοι αντιστάθηκαν και ζήτησαν τη βοήθεια των Αθηναίων, γεγονός που αποτέλεσε μία από τις αιτίες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι επιδρομές, που αποδίδονται κυρίως στη γεωγραφική θέση του νησιού, ήταν συχνές κατά τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους. Η παρουσία των Βενετών ξεκίνησε από το 1267, αλλά είχε πολλές περιπέτειες, λόγω των συνεχών επιθέσεων από τουρκικές δυνάμεις.
Γόνος οικογένειας που είναι γραμμένη στο περίφημο Libro d’ Oro, ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε το 1776 στην Κέρκυρα και σπούδασε Ιατρική, Νομική και Φιλοσοφία στη Βενετία και την Πάντοβα. Επέστρεψε στη γενέτειρά του και διακρίθηκε ως γιατρός των φτωχών, πριν εμπλακεί στην Ιόνια Πολιτεία και γίνει αυτοκρατορικός επίτροπος κατά τη σύντομη παρουσία των Ρώσων στο νησί.
Η εξέλιξή του στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών τον οδήγησε στην Ελβετία, όπου δημιούργησε το Σύνταγμα που καθιέρωσε την ουδετερότητα και γνώρισε μεγάλες τιμές. Ηρθε όμως σε σύγκρουση με τον σκληρό καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, που ήταν η ψυχή της Ιεράς Συμμαχίας.
Το 1827, με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, ορίστηκε πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας και ανέλαβε με ανιδιοτέλεια να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κράτος από το μηδέν.
Ως τη δολοφονία του, στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1831, πρόλαβε να θέσει τις βάσεις σε νευραλγικούς τομείς, όπως Δικαιοσύνη, Δημόσια Διοίκηση, Εκπαίδευση, Κοινωνική Πρόνοια και Γεωργία.
Το μέγαρο της οικογένειας Καποδίστρια βρίσκεται στα Μουράγια, μια πανέμορφη γειτονιά της παλιάς πόλης δίπλα στη θάλασσα.
Η θέση του είναι μοναδική και από τη βεράντα του μπορεί κανείς να απολαύσει τα Παλιά Ανάκτορα, το κτίριο της Αναγνωστικής Εταιρείας, το Παλιό Φρούριο, το Φαληράκι, τις απέναντι ακτές της Θεσπρωτίας και της Αλβανίας.
Κατασκευάστηκε το 1840 από τον Γεώργιο Καποδίστρια, τον μικρότερο αδελφό του κυβερνήτη, στη θέση όπου υπήρχε το αρχοντικό της οικογένειας.
Τα σχέδια είχαν ανατεθεί στον Ιωάννη Χρόνη (1800-1879), που υπήρξε ένας από τους πρώτους Ελληνες αρχιτέκτονες. Σπούδασε στη Βενετία και στη φημισμένη Ακαδημία του Σαν Λούκα της Ρώμης. Εργα του στην Κέρκυρα αποτελούν επίσης η Ιόνιος Βουλή και το κτίριο της Ιονικής Τράπεζας.
Πριν από την ενσωμάτωση των Επτανήσων στην Ελλάδα, το μέγαρο αποτέλεσε κατοικία του προέδρου της Ιονίου Γερουσίας και μετά το 1864 στέγασε τη νομαρχία της Κέρκυρας, με εξαίρεση τα χρόνια της Κατοχής που επιτάχτηκε από την ιταλική στρατιωτική διοίκηση.
Το 1977 παραχωρήθηκε στο υπουργείο Παιδείας και στους χώρους του λειτούργησε το πρώτο Κέντρο Μετάφρασης και Διερμηνείας (ΚΕΜΕΔΙ), που μετεξελίχθηκε στο τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιόνιου Πανεπιστημίου.
Στην αίθουσα τελετών, που φέρει το όνομα του διαπρεπούς Κερκυραίου διεθνολόγου Σπύρου Καλογερόπουλου-Στράτη, έχουν μιλήσει διεθνούς ακτινοβολίας πολιτικοί, επιστήμονες και εκπρόσωποι των τεχνών.
1. Οι δολοφόνοι
Δράστες της δολοφονίας του κυβερνήτη ήταν δύο μέλη της μανιάτικης οικογένειας Μαυρομιχάλη. Δεν ήταν οι μόνοι που διαφωνούσαν με την πολιτική του Καποδίστρια. Οι Κουντουριώτηδες από την Υδρα και οι καραβοκύρηδες από τις Σπέτσες ζητούσαν αποζημιώσεις για την προσφορά τους στον απελευθερωτικό αγώνα και ετοίμαζαν την αντικατάστασή του από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.
2. Οι ξένοι
Ανάμειξη στα δολοφονικά σχέδια φαίνεται ότι είχαν και οι Αγγλοι, που θεωρούσαν τον Καποδίστρια «δάκτυλο» των Ρώσων. Ισως γι’ αυτό ο φάκελος της δολοφονίας του στο υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας δεν έχει ανοίξει ακόμη και παραμένει διαβαθμισμένος ως απόρρητος. Ο κυβερνήτης φαίνεται ότι γνώριζε τα σχέδια ανατροπής του, στα οποία συμμετείχαν και Γάλλοι στρατιωτικοί, αλλά για το καλό της χώρας δεν θέλησε να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τις «προστάτιδες» δυνάμεις.
3. Ο έντιμος
Το μέγαρο με τις σαφείς βενετικές επιρροές του κοσμούσε το χαρτονόμισμα των 500 δραχμών και δίπλα του υπήρχε η προτομή του κυβερνήτη. Η πολιτεία θέλησε με αυτή την επιλογή να τιμήσει τον υποδειγματικό Ι. Καποδίστρια, που έζησε λιτά και διέθεσε όλη του την περιουσία, ακόμη και τους πολύτιμους λίθους από τα παράσημά του, για την οργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Είχε αρνηθεί την αμοιβή που είχε ορίσει η Εθνοσυνέλευση, αλλά και τη σύνταξη που είχε δικαίωμα να λάβει από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, για να μην κατηγορηθεί ότι μισθοδοτείται από ξένη δύναμη.
