ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Χαρά Τζαναβάρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εκκλησία, που «πολιορκείται» ασφυκτικά από τα γύρω ψηλά κτίρια, μετρά ήδη 170 χρόνια παρουσίας σε μια δυναμική περιοχή του κέντρου της πρωτεύουσας, αλλά είναι… νέα σε σχέση με αυτήν που προϋπήρχε στη θέση της και ήταν το ιδιωτικό εκκλησάκι, όπως συνηθιζόταν για τα μεγάλα «τζάκια» της πρωτεύουσας κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Μνημονεύεται το 1834 στην 3η θέση μεταξύ των δέκα ενοριών τής τότε μικρής πρωτεύουσας και ανήκε στη μεγάλη οικογένεια Καρύκη, στις ρίζες της οποίας ο Δημήτρης Καμπούρογλου αφιερώνει αρκετές σελίδες στο σπουδαίο έργο του «Αι παλαιαί Αθήναι», που εκδόθηκε το 1922. Σε αυτό αναφέρεται και στο ιδίωμα της παραφθοράς του «κι» σε «τσι», που οδήγησε να μετατραπεί το όνομα των ιδιοκτητών σε Καρύτση και έτσι είναι γνωστό ώς σήμερα. Γράφεται μάλιστα με ύψιλον, παρά το γεγονός ότι ο σπουδαίος μελετητής της νεότερης ιστορίας της Αθήνας τον μνημονεύει με γιώτα.

Ο Καμπούρογλου ανατρέχει σε μεσαιωνικούς θρύλους και χρίζει «πατριάρχη» της μεγάλης οικογένειας τον Αγγελο Καρίκη και στον «μαχαλά» που έφερε το όνομά της. Σημειώνει μάλιστα ότι ανήκει σε επόμενη γενιά ο στρατηγός Γεώργιος Καρίκης, ο οποίος είχε στασιάσει το 1092 στην Κρήτη.

Οι περισσότερες αναφορές γίνονται στον Θεοφάνη Καρίκη, για τον οποίο γράφει ότι είχε γεννηθεί το 1550 αλλά «υπήρξεν ατυχής». Περιγράφει τη μόρφωσή του και προσθέτει ότι «οσάκις έψαλλεν εις Μοναστήριόν τι του Πεντελικού, κατήρχοντο και τα αγρίμια από τα βουνά για να τον ακούσουν»!

Χάρη στη φωνή του, έγινε πρωτοψάλτης στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα μητροπολίτης Φιλιππούπολης, ενώ ήταν τοποτηρητής της Μητρόπολης Αθήνας, από όπου εκλήθη να αναλάβει τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Τότε ξεθάφτηκε μια παλιά του… αμαρτία: την εποχή που ήταν πρωτοψάλτης είχε αποδεχθεί την πρόταση να πάει στον μιναρέ κοντά στο παλάτι του σουλτάνου όπου έψαλε στη θέση του μουεζίνη.

Το Μεγάλο Σάββατο του 1597, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας επισκέφτηκε τον Θεοφάνη την ώρα που φορούσε τα άμφια για να αναλάβει τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης και του μίλησε πολύ σκληρά λόγια. «Στεναχωρείται ο Καρίκης, πάσχει και πίπτει νεκρός εντός του Ιερού», αναφέρει ο Καμπούρογλου.

Λαβωμένος

Το αρχικό εκκλησάκι στον «μαχαλά» της οικογένειας Καρύτση είχε υποστεί μεγάλες ζημιές κατά τις πολύχρονες συγκρούσεις ανάμεσα στις ελληνικές και τις τουρκικές δυνάμεις για την κατάληψη της Αθήνας.

Ηταν από τα πρώτα κτίσματα που αποκαταστάθηκαν και τον Ιανουάριο του 1833, λίγο πριν κηρυχθεί η Αθήνα πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, στους χώρους του συγκεντρώθηκαν 500 εκπρόσωποι των μεγάλων οικογενειών της πόλης για να ορίσουν την προσωρινή δημογεροντία και την αντιπροσωπεία που θα πήγαινε στο Ναύπλιο για να συναντηθεί με τον Οθωνα.

Ηταν όμως μια επεισοδιακή συνεδρίαση, αφού οι περισσότεροι εκπρόσωποι διαφώνησαν με τους ορισθέντες αντιπροσώπους και αποχώρησαν. Λίγους μήνες αργότερα, στην ίδια εκκλησούλα έγινε η δοξολογία για την επίσημη υποδοχή του Οθωνα στην πρωτεύουσα.

Ο αρχιτέκτονας

Το 1845 μια ομάδα επιφανών Αθηναίων πήρε την απόφαση να κατεδαφιστεί η παλιά εκκλησία και στη θέση της να κατασκευαστεί μεγαλοπρεπής ναός, έργο που ανατέθηκε στον Λύσανδρο Καυταντζόγλου (1811-1885), με ρητή εντολή το έργο να ακολουθεί τον βυζαντινό ρυθμό.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ήταν μέλος εύπορης οικογένειας και έχασε νωρίς τον πατέρα του, αλλά κατάφερε να κάνει λαμπρές σπουδές στην Ιταλία, χάρη στις οποίες θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους Ελληνες αρχιτέκτονας του 19ου αιώνα, όπως σημειώνει ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Δημήτρης Φιλιππίδης στη μονογραφία που εκπόνησε για τον Λ. Καυταντζόγλου.

Επειτα από τετραετή παραμονή στην Κωνσταντινούπολη, το 1843 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου ήδη κυριαρχούσαν οι αρχιτέκτονες της γερμανόφωνης Ευρώπης. Χρειάστηκε να δώσει μάχες για να αποκτήσει πρόσβαση στα κατασκευαστικά προγράμματα για τα σπουδαία κτίρια της εποχής και, παρά τις αποτυχίες του, κατάφερε να επιλεγεί για τον σχεδιασμό του κτιρίου Αβέρωφ, που κοσμεί το κέντρο του συγκροτήματος του Πολυτεχνείου, στο οποίο διετέλεσε καθηγητής.

Η προσήλωσή του στον βυζαντινό ρυθμό επικυρώθηκε με το Οφθαλμιατρείο επί της οδού Πανεπιστημίου, καθώς και τον ναό της Αγίας Ειρήνης στην Αιόλου. Η κατασκευή της έγινε την ίδια εποχή με τον Αγιο Γεώργιο Καρύτση, στον οποίο εκκλησιαζόταν «η εκλεκτή κοινωνία των Αθηνών».

Τα εγκαίνια της εκκλησίας είχαν γίνει το 1849 και σημαδεύτηκαν από την κατάρρευση του θόλου, ο οποίος χρειάστηκε να στηριχθεί με πλευρικούς τοίχους που προστέθηκαν και δεν αφαιρούν τίποτα από τον περίτεχνο σχεδιασμό του κτίσματος. Ξεφεύγει κάπως από τα σταθερότυπα της βασιλικής μετά τρούλου με τον ιδιαίτερο κεντρικό πυλώνα που έχει διαμορφωθεί στη δυτική πλευρά.

Εχει κατασκευαστεί από γκρίζο μάρμαρο και συνεχίζει για να καταλήξει στο εντυπωσιακό καμπαναριό. Τα λιτά παράθυρα στεφανώνονται από κεραμιδί στοιχεία που διατρέχουν το καμπυλωτό πάνω τμήμα τους και εναρμονίζονται με τα βυζαντινού τύπου κεραμίδια που καλύπτουν τις κόχες και τον τρούλο του ναού.

1. Αγιογραφίες

Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχουν θαυμάσιες αγιογραφίες, που υλοποιήθηκαν από δύο σπουδαίους καλλιτέχνες. Ο Πολυχρόνης Λεμπέσης (1848-1913), ένας σεμνός και ασκητικός ζωγράφος, θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της «σχολής του Μονάχου», που άφησε σπουδαία αλλά περιορισμένη δουλειά, περίπου εκατό πίνακες. Ως αγιογράφος εργάστηκε επίσης στις εκκλησίες των Αγίων Θεοδώρων στο Α’ Νεκροταφείο, του Αγίου Κωνσταντίνου στον Πειραιά, των Εισοδίων της Θεοτόκου στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας. Ο άλλος ήταν ο Τήνιος Δημήτριος Γεωργαντάς (1851-1933), που σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Νικηφόρο Λύτρα και στη συνέχεια στην Ακαδημία του Μονάχου πλάι στον Νικόλαο Γύζη.

2. Η ελαιογραφία

Σε μια γωνιά κοντά στο ιερό υπάρχει μια ελαιογραφία που είναι εμπνευσμένη από την παραβολή του τυφλού και φέρει την υπογραφή του Αλέξανδρου Φιλαδελφέως (1867-1955). Είναι μια άγνωστη πτυχή του σπουδαίου αρχαιολόγου, που διετέλεσε διευθυντής της Ακρόπολης και του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας.

3. Η χορωδία

Η περίφημη τετράφωνη χορωδία του Αγίου Γεωργίου ιδρύθηκε το 1897 από τον Θεμιστοκλή Πολυκράτη (1863-1926) και φέρει το όνομά του. Είχε γεννηθεί στη Φιλιππούπολη και ορφανός ήρθε στην Αθήνα με τη μητέρα του, όπου πήρε το όνομα του δεύτερου συζύγου της και απέκτησε άριστη κλασική παιδεία. Σπούδασε φιλολογία, αλλά είχε μεγάλη αγάπη στη βυζαντινή μουσική και γι’ αυτό παρακολούθησε μαθήματα στο Ωδείο, με δάσκαλο τον Αλέξανδρο Κατακουζηνό. Ηταν έφορος της σχολής απόρων παίδων του γειτονικού συλλόγου «Παρνασσός» και έτσι άρχισε να ψάλλει στον Αγιο Γεώργιο Καρύτση, ενώ συμμετείχε και στον αρμονικό χορό, την πολυφωνική χορωδία της μητρόπολης.