Η σύγχρονη Σπάρτη θεμελιώθηκε το 1834 από τον Οθωνα σε μια έκταση που βρίσκεται στις ανατολικές υπώρειες του Ταϋγέτου και νότια από την αρχαία πόλη, γεγονός που της εξασφάλισε το προνόμιο να οργανωθεί από το μηδέν και με βάση τις πολεοδομικές παραμέτρους.
Ο Βαυαρός Φρίντριχ Στάουφερτ, από την ομάδα των μηχανικών που είχαν έρθει στην Ελλάδα μαζί με τον νεαρό βασιλιά, ο οποίος κλήθηκε να κάνει τους σχεδιασμούς, πέτυχε να δημιουργήσει έναν υποδειγματικό οικιστικό ιστό που είναι… άγνωστος για τις ελληνικές πόλεις αλλά πολύ γνώριμος για τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.
Διαθέτει άνετους δρόμους που συγκλίνουν προς την αρχαία Ακρόπολη, φαρδιά πεζοδρόμια από τα οποία πολλά διαθέτουν δενδροστοιχίες και ελεύθερους χώρους. Κατά την ελληνική «παράδοση», αρκετά από τα σχέδια έμειναν στα χαρτιά, αλλά έως σήμερα η πρωτεύουσα της Λακωνίας διατηρεί μοναδική ρυμοτομία, μεγάλες πλατείες και πολλά νεοκλασικά μέγαρα, ανάμεσά τους το Δημαρχείο.
Στην «καρδιά» της εύφορης κοιλάδας του Ευρώτα, η Σπάρτη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη από τους αρχαίους χρόνους. Πρωταγωνίστησε στα Ομηρικά έπη, αφού η βασίλισσα των Λακεδαιμονίων Ελένη ήταν η αφορμή για τον Τρωικό πόλεμο.
Οι ρίζες τής αρχαίας πόλης πιστοποιούνται από το 1100 π.Χ., όταν κατέφθασαν οι Δωριείς, μια από τις φυλές που ζούσε στον ελλαδικό χώρο και εγκαταστάθηκε στην περιοχή μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού.
Η ακμή ήρθε τον 7ο π.Χ. αιώνα, επί βασιλείας του Λυκούργου, ο οποίος με τους περίφημους νόμους του οργάνωσε τις κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περίοικους, που προϋπήρχαν.
Σε αντίθεση με τις αρχαίες ελληνικές πόλεις, η Σπάρτη δεν είχε τείχη και με βάση την κυρίαρχη αντίληψη «ασπίδα» της ήταν τα στήθη των παλικαριών της. Οι άνδρες πολίτες ήταν στρατιώτες και στο ιδιότυπο ολιγαρχικό καθεστώς της πόλης οι γυναίκες είχαν τα ηνία του σπιτιού.
Η «ενδοοικογενειακή» μητριαρχία ήταν ένα ακόμη στοιχείο που τη διαφοροποιούσε από τη δημοκρατική Αθήνα, με την οποία είχαν μεγάλη αντιπαλότητα που οδήγησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.). Είναι ενδεικτικό ότι ο στρατός της Σπάρτης δεν βοήθησε τους Αθηναίους κατά την επίθεση των Περσών.
Ωστόσο οι 300 του Λεωνίδα έμειναν στην Ιστορία πέφτοντας ηρωικά στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ., υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν είχαν δικαίωμα να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης.
Η κατάρρευση ήρθε το 146 με την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους, αλλά στη βυζαντινή περίοδο, χάρη στον Μυστρά, το κάστρο σε μια από τις κορυφές του Ταϋγέτου, απέκτησε πάλι σημαντικό ρόλο. Ηταν άλλωστε ο τόπος καταγωγής των Παλαιολόγων, των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου.
Κοινό σημείο σε αυτή την ιστορική διαδρομή ήταν η κοιλάδα του Ευρώτα, με την πλούσια παραγωγή, στην οποία κυριαρχεί έως σήμερα η ελιά. Το ιερό δένδρο, που ήταν το σύμβολο της θεάς Αθηνάς, καλλιεργείται στην ελλαδικό χώρο από τους προϊστορικούς χώρους.
Σημάδια της μακραίωνης παρουσίας του εντοπίστηκαν στη Νίσυρο και τη Σαντορίνη σε ηφαιστειακά πετρώματα των δύο νησιών που έχουν «ηλικία» 50.000 έως και 60.000 χρόνων και θεωρούνται πολύ σημαντικά για την παλαιοβοτανική. Να σημειωθεί ότι το αρχαιότερο απανθρακωμένο ξύλο ελιάς έχει ανευρεθεί στην κοιλάδα του Ιορδάνη και ανάγεται στο 42980 π.Χ.

Το μουσείο, που παρουσιάζει την ιστορία αλλά και τα μυστικά του σπουδαίου καρπού, στεγάζεται στον χώρο της παλιάς Ηλεκτρικής Εταιρείας.
Εξασφάλιζε την ηλεκτροδότηση της πόλης αλλά εγκαταλείφθηκε στον Μεσοπόλεμο λόγω των τεχνολογικών αλλαγών που επήλθαν σε αυτό τον τομέα και οδήγησαν στη δημιουργία μεγάλων μονάδων που ήταν η πρόγονοι της ΔΕΗ.
Το κτίριο, που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα, βρίσκεται στην κεντρική οδό που φέρει τιμητικά τα ονόματα του Οθωνα και της Αμαλίας, πολύ κοντά στο εμβληματικό δημαρχείο. Περιήλθε στην ιδιοκτησία του δήμου και παραχωρήθηκε στο Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τράπεζας Πειραιώς.
Η ανακαίνιση, που ολοκληρώθηκε το 2002, έγινε από πολυμελή ομάδα μηχανικών υπό τον αρχιτέκτονα Δ. Διαμαντόπουλο. Διατηρήθηκε και αναδείχθηκε ο τοίχος της πρόσοψης και έγινε ο «καμβάς» στον οποίο αναπτύχθηκαν οι υπόλοιποι χώροι του διώροφου κτίσματος. Τα εκθέματα δεν περιορίζονται μόνον στους εσωτερικούς, αλλά αναπτύσσονται στον περιβάλλοντα χώρο του μουσείου, όπου υπάρχουν πολλές ποικιλίες ελιάς.

Στο ισόγειο του κτιρίου φιλοξενούνται μηχανισμοί που έχουν διασωθεί από υδροκίνητα, ατμοκίνητα και ντιζελοκίνητα ελαιοτριβεία της περιοχής, ενώ έχουν διαμορφωθεί γωνιές με την αξιοποίηση του λαδιού στην σαπωνοποιία.
Στον όροφο εκτίθενται μακέτες με τα έθιμα, τις λατρευτικές διαδικασίες και τη χρήση του λαδιού από την αρχαιότητα έως σήμερα, οι οποίες συμπληρώνονται από αντίγραφα έργων τέχνης που πιστοποιούν ότι η ελιά αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους εικαστικούς όλων των εποχών.
Ξεχωριστή θέση έχουν αντίγραφα από τα απολιθώματα φύλλων ελιάς από τη Νίσυρο και τη Σαντορίνη, καθώς και πινακίδων Γραμμικής Β’ του 14ου π.Χ. αιώνα, που πιστοποιούν τη μακραίωνη παρουσία του ιερού δένδρου στην Ελλάδα.

1. Εκτός τειχών
Στον περίβολο του μουσείου φιλοξενούνται τρία ελαιουργεία που δείχνουν τη διαχρονική εξέλιξη της επεξεργασίας και παραγωγής λαδιού. Το πρώτο ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους, το δεύτερο στην αρχαιότητα και το τρίτο στη βυζαντινή περίοδο, τα οποία μπορούν να τεθούν σε λειτουργία.
2. Θεϊκή ουσία
Μέχρι τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα το λάδι ήταν προνόμιο των θεών, όπως αναφέρει ο Ομηρος. Στη συνέχεια όμως ο καρπός της ελιάς γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη και συμμετέχει στη «μεσογειακή τριάδα», μαζί με το κρασί και το στάρι. Οι οξυπύθμενοι αμφορείς χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά του και θεσπίζονται νόμοι για το εμπόριο του πολύτιμου προϊόντος, το οποίο λόγω της εξέχουσας σημασίας του έγινε αφορμή για πολέμους.
3. Δρομάκι
Οι δημοτικοί άρχοντες της Σπάρτης δεν φαίνεται να τίμησαν την προσφορά του Φρίντριχ Στάουφερτ, που σχεδίασε την πόλη της Σπάρτης. Του έχουν αφιερώσει μόνον ένα μικρό δρόμο, κοντά στην έξοδο προς την Τρίπολη. Ο Βαυαρός αρχιτέκτονας, για τον οποίο δεν υπάρχουν περισσότερα βιογραφικά στοιχεία, έχει υπογράψει το πρώην «Πολιτικό Νοσοκομείο», το σημερινό Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στην οδό Ακαδημίας, ενώ είχε καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση του Α’ Νεκροταφείου της πρωτεύουσας.
