Από το πανέμορφο αρχοντικό Ναζιφέ στη συμβολή της λεωφόρου Στρατού και της Σαρανταπόρου απέμειναν μόνον οι εξωτερικοί τοίχοι και η χαρακτηριστική κεντρική είσοδος.
Ολα τα ξύλινα μέρη του, μαζί με την κεραμοσκεπή έγιναν παρανάλωμα από τη μεγάλη φωτιά που προκλήθηκε από «βροχή» μολότοφ, στο περιθώριο της συγκέντρωσης της περασμένης Κυριακής για την ονομασία της ΠΓΔΜ.
Ευτυχώς την ώρα της επίθεσης στο κτίριο δεν υπήρχε κόσμος, όμως αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απώλεια της κινητοποίησης, καθώς ήταν μόνη η έπαυλη που είχε διασωθεί στη λεωφόρο Στρατού.
Περιλαμβάνεται στους σημαντικούς οδικούς άξονες της περιοχής και το αρχικό της όνομα ήταν λεωφόρος Στρατοπέδου, γιατί ξεκινά από την πλατεία ΣΙντριβανίου και περνά μπροστά από το μεγάλο στρατόπεδο, την ιστορική έδρα του Γ’ Σώματος Στρατού.
Ηταν παράλληλη προς τη λεωφόρο των Εξοχών, που αποτελούσε σημείο αναφοράς για το ομώνυμο αριστοκρατικό προάστιο, στο οποίο είχαν τα αρχοντικά τους οι πιο επιφανείς πολίτες της Θεσσαλονίκης.
Η ανάπτυξή του συνδέεται με την πληθυσμιακή έκρηξη που καταγράφεται στα τέλη του 19ου αιώνα και ανέδειξε τη Θεσσαλονίκη στο πολυπληθέστερο αστικό κέντρο που βρισκόταν στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης.
Το γκρέμισμα μεγάλου μέρους των τειχών επέτρεψε να αναπτυχθούν δύο νέες συνοικίες, το Τσαΐρι στα δυτικά και στα ανατολικά η περιοχή με αρχοντικά.
Η αρχική της ονομασία ήταν Χαμηδιέ, προς τιμήν του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β’, πολύ σύντομα όμως αναφέρεται ως Εξοχές, λόγω του άφθονου πράσινου της περιοχής, όπως καταγράφει ο Βασίλης Κολώνας, καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.
Το 1913, έναν χρόνο μετά την απελευθέρωση της πόλης και την ένταξή της στην ελληνική επικράτεια, όπως καταγράφεται στο Essas, το μόνο σωζόμενο φορολογικό βιβλίο της εποχής, οι Εξοχές είναι ένα πολυπολιτισμικό προάστιο στο οποίο συνυπάρχουν αρμονικά Ελληνες, Εβραίοι, Οθωμανοί, Βούλγαροι και άλλοι ξένοι, με κοινό χαρακτηριστικό ότι αποτελούν την οικονομική και πολιτική ελίτ της Θεσσαλονίκης.
Την ευμάρεια της περιοχής πιστοποιούν τα πανέμορφα αρχοντικά που διασώθηκαν, πολλά από τα οποία έχουν αξιοποιηθεί και στεγάζουν πολιτιστικές δραστηριότητες.
Ο αρχιτέκτονας της έπαυλης στον αριθμό 19 της λεωφόρου Στρατού είναι άγνωστος, είναι όμως πασίγνωστο το… ονοματεπώνυμο του κτιρίου που στην ουσία ήταν δύο.
Συνδέεται με την πολύφερνη ιδιοκτήτριά του, τη Χαζίζ Νιχάλ Ναζιφέ. Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη το 1873, ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με μουσουλμανική καταγωγή από την πλευρά του πατέρα της και εβραϊκή από αυτή της μητέρας της.
Εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1895 όπου παντρεύτηκε τον Σουκρή Μπέη, τον πασά του Γεντί Κουλέ, ο οποίος όμως πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα. Κατά τον σύντομο γάμο της, σύμφωνα με τις καταγραφές του αρχείου των νεότερων μνημείων της Θεσσαλονίκης, κατοικούσε σε μια έπαυλη που βρισκόταν απέναντι από το Γαλλικό Σχολείο, η οποία κατά σύμπτωση κάηκε σε πυρκαγιά το 1967.
Γρήγορα η χήρα ξαναπαντρεύτηκε τον Μουσταφά Εφέντη, εισαγγελέα Θεσσαλονίκης που βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή, ο οποίος για χάρη της έχτισε την πανέμορφη βίλα.
Η αγορά του οικοπέδου, σύμφωνα με τον Βασίλη Κολώνα, έγινε το 1905 από τη Ναζιφέ και έναν χρόνο αργότερα ξεκίνησε η κατασκευή του πρώτου αρχοντικού, ενώ το 1912 ολοκληρώθηκε και το δεύτερο, που ήταν μικρότερο και είχε είσοδο από την οδό Σαρανταπόρου.
Τότε λέγεται ότι γνώρισε τον τρίτο σύζυγό της, τον σλαβικής καταγωγής Αβδουραχμάνοβιτς, που περιλαμβάνεται επίσης στα ονόματα της βίλας.
Το αρχοντικό διέθετε δύο ορόφους με μεγάλους χώρους υποδοχής και φιλοξενίας, ενώ υπήρχε και ημιυπόγειο για το πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Είχε χωροθετηθεί στο κέντρο της άψογα διαμορφωμένης αυλής. Προς την πλευρά της λεωφόρου Στρατού κυριαρχούν ο διώροφος σκεπαστός εξώστης και η επιβλητική μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στον κήπο.
Η κύρια είσοδος ήταν από την οδό Σαρανταπόρου, όπου υπήρχε τριγωνικό αέτωμα στο οποίο παλιότερα υπήρχε το οικόσημο του ιδιοκτήτη. Η οικοδέσποινα είχε βάλει τη σφραγίδα της στην υπέροχη διακόσμηση, ιδιαίτερα στα σαλόνια που είχαν γνωρίσει μεγάλες δόξες.
Από το 1935, για άγνωστους λόγους, η Ναζιφέ άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και αναγκάστηκε στην αρχή να μισθώνει χώρους της αυλής.
Αργότερα πήρε ελάχιστα προσωπικά της αντικείμενα και έζησε σε ένα δωμάτιο σε γειτονική πολυκατοικία ώς τον θάνατό της, το 1941, κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Λέγεται πως αγάπησε πολύ τη Θεσσαλονίκη και δεν θέλησε να φύγει μέσω της ανταλλαγής πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επικαλούμενη τη σερβική ταυτότητα του τρίτου συζύγου της.
Η Ναζιφέ δεν είχε κληρονόμους και, έπειτα από παρέμβαση της διεύθυνσης Εθνικών Κληροδοτημάτων του υπουργείου Οικονομικών, εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με βάση την οποία το ακίνητο πέρασε στο Δημόσιο, που όμως δεν το αξιοποίησε.
Στους μεγάλους σεισμούς του 1978 το αρχικό κτίριο επί της λεωφόρου Στρατού παρουσίασε σημαντικές ζημιές και με απόφαση της Πολεοδομίας κρίθηκε κατεδαφιστέο.
Με παρέμβαση φορέων της πόλης, η απόφαση ανακλήθηκε και το 1982 χαρακτηρίστηκε έργο τέχνης, αλλά στην ουσία αφέθηκε στην τύχη του.

Το ζωντάνεψαν
Τον Μάιο του 2008 το αρχοντικό ζωντάνεψε μέσα από μια κατάληψη ομάδων που προέβαλαν αιτήματα για τη στέγαση και την κατάργηση του «εκβιασμού του ενοικίου». Φιλοξένησαν άστεγους και οργάνωσαν εκδηλώσεις, δίνοντας στο κτίριο το τελευταίο και πιο γνωστό του όνομα: κατάληψη Libertatia.

Το μνημείο
Η δεύτερη επίθεση σε κτίριο που έγινε κατά τη διάρκεια του συλλαλητηρίου της περασμένης Κυριακής φέρει την υπογραφή της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για το μνημείο του Ολοκαυτώματος, για το οποίο εκδόθηκε ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, που κατονομάζει και καταδικάζει τους οπαδούς του ναζιστικού μορφώματος.

Η ΔΕΘ
Επί της λεωφόρου Στρατού βρίσκονται η κεντρική είσοδος της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, τα στούντιο της ΕΡΤ-3 και το δημοτικό πάρκο ανθοκομικής, γνωστότερο ως Πεδίον του Αρεως.
