Σαράντα τόσα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση του 1974, οι πρώτες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις αγωνιστών της Αριστεράς που σημάδεψαν στον έναν ή τον άλλο βαθμό τις δεκαετίες που ακολούθησαν κάνουν πια την εμφάνισή τους στα βιβλιοπωλεία: το πέρασμα του χρόνου και, πάνω απ’ όλα, το κλείσιμο του κύκλου (ορθότερα: των κύκλων) που άνοιξε με την πτώση της δικτατορίας και τη δρομολόγηση της ευτυχέστερης περιόδου που έχει ζήσει τούτος ο τόπος επιβάλλουν τόσο συλλογικούς όσο και προσωπικούς απολογισμούς.
Ξεχωριστή θέση στα έργα αυτής της κατηγορίας θα πάρουν οπωσδήποτε οι ογκώδεις αλλά γλαφυρότατες αναμνήσεις του Νίκου Γιαννόπουλου, κομβικής φυσιογνωμίας του Δικτύου Υπεράσπισης των Πολιτικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων, που κυκλοφορούν τούτες τις μέρες από τις Εκδόσεις Κουκκίδα.
Ο παιγνιώδης τίτλος («Ω, λε φιλαλάκο! Μια ιστορία για το κίνημα, τη ζωηρή άκρα Αριστερά και τους ανθρώπους της») συνδυάζει το χαριτωμένο επιφώνημα ενός πιτσιρικά στη θέα των ΜΑΤ με την αυστηρή περιγραφή του περιεχομένου του βιβλίου: μια λεπτομερής περιδιάβαση στα μονοπάτια που χάραξε μια πτέρυγα της μεταπολιτευτικής Αριστεράς, ριζοσπαστική και θορυβώδης, από την εποχή που όλα έμοιαζαν δυνατά μέχρι την εναπόθεση των ελπίδων της στο ενωτικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ – και τη συνακόλουθη πικρή διάψευση.
«Θα γκρεμίσουμε τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης»
Κυριάκος Μητσοτάκης («Το Βήμα» 21/7/2019)
Στις 684 σελίδες του «Φιλαλάκου», ο αναγνώστης ξαναζεί έτσι την περιπέτεια αυτής της «ζωηρής άκρας Αριστεράς», μέσα από την αυστηρά προσωπική ματιά του συγγραφέα – ενός τυπικού συνοικιακού εφήβου, παιδιού δασκάλων, που μεγαλώνει στα χρόνια της χούντας για να παρασυρθεί, όπως και χιλιάδες άλλοι συνομήλικοί του, στον μεθυστικό ανεμοστρόβιλο της Μεταπολίτευσης.
Από το Πολυτεχνείο του 1973, τις τροτσκιστικές ομάδες και τις μεγάλες συγκρούσεις των επόμενων χρόνων (23 Ιούλη 1975, 25 Μάη 1976, Πολυτεχνείο 1980), η πολυεπίπεδη αφήγησή του περνά στον συνδικαλισμό των νοσοκομειακών τη δεκαετία του 1980, την Ομάδα Συντρόφων της Ακρας Αριστεράς (χιουμοριστικός κωδικός: Ε.ΛΕΝ.Η.), το Κάραβελ του 1984 και το Πολυτεχνείο του 1985, για να καταλήξει στα χρόνια της ωριμότητας και της δημιουργίας: συγκρότηση της Πρωτοβουλίας (1986), της Κίνησης (1987) και του Δικτύου (1994) Υπεράσπισης των Πολιτικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων· αλλεπάλληλες νικηφόρες μάχες με την «αντιτρομοκρατική» καταστολή και σωτηρία ουκ ολίγων στοχοποιημένων «συνήθως υπόπτων»· μοναχική (αρχικά) αλλά ιστορικά δικαιωμένη αντιπαράθεση με την εθνικιστική υστερία της δεκαετίας του 1990· έμπρακτος διεθνισμός, από την Τουρκία και την Παλαιστίνη μέχρι το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης· έμπρακτος –επίσης– αντιρατσισμός, από τη βραχύβια υπεράσπιση των Τσιγγάνων το 1995-1997 μέχρι τις μόνιμες δομές του Στεκιού Μεταναστών, του ετήσιου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ και την αλληλεγγύη στους πολιτικούς πρόσφυγες, με αποκορύφωμα τη στήριξη της πολυήμερης απεργίας πείνας 300 μεταναστών στις αρχές του 2011.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αποτυπώνει τη συνάντηση αυτών των αγώνων με τον Δεκέμβρη του 2008 και την αντιμνημονιακή εξέγερση του 2010-2012, την πολιτική σύμπλευση μεγάλης μερίδας του κινήματος με τον ΣΥΡΙΖΑ, τη σταδιακή απομάγευση και την τελική ρήξη μαζί του μετά τη συνθηκολόγηση του 2015.
Ο πικρός απολογισμός κλείνει, πάντως, με μια ηθελημένη νότα αισιοδοξίας: το ύστατο κεφάλαιο του «Φιλαλάκου» είναι αφιερωμένο στο «καλύτερο ξενοδοχείο της Ευρώπης», την τρίχρονη εμπειρία του αυτοδιαχειριζόμενου ξενώνα μεταναστών και αλληλέγγυων στο κατειλημμένο City Plaza της οδού Αχαρνών, που έκλεισε οριστικά τις πόρτες του τον περασμένο Ιούλιο.
Μια τέτοια διαδρομή, με την ένταση και τις διαψεύσεις της, θα μπορούσε ν’ αποτυπωθεί σε τόνους αυστηρούς και μελαγχολικούς· ο βιογράφος της «ζωηρής Αριστεράς» αποφεύγει ωστόσο επιμελώς κάτι τέτοιο, προτιμώντας ένα αυτοσαρκαστικό χιούμορ που καθιστά την ανάγνωση απολαυστική. Εχοντας επίγνωση πως «οποιουδήποτε είδους αυτοβιογραφία εμπεριέχει ενός είδους αλαζονεία» (σ. 15), μετατρέπει επίσης τις προσωπικές του αναμνήσεις σε συλλογική βιογραφία του κινήματος: στις σελίδες τους παρελαύνουν εκατοντάδες πρόσωπα, με δυο λόγια –τουλάχιστον– για τη συμβολή καθενός και καθεμιάς στο πολύχρωμο μωσαϊκό που υπήρξαν η ελληνική Αριστερά και τα κινήματα της Μεταπολίτευσης.
Περισσότερα μαθαίνει φυσικά ο αναγνώστης για τον βασικό πυρήνα των ακτιβιστών που συγκρότησε και συγκροτεί τον στενό κύκλο του αφηγητή – με αγαπησιάρικες συνήθως σκιαγραφήσεις, απαλλαγμένες από αδιάκριτα κουτσομπολιά.
«Επιμένω πολύ στα πρόσωπα –προτιμώ με ονοματεπώνυμο, αλλά δεν γίνεται ή δεν πρέπει πάντα– γιατί πιστεύω ότι τα πρόσωπα παίζουν ιδιαίτερο ρόλο σε κάθε ιστορία», εξηγεί κάποια στιγμή ο συγγραφέας. «Αλλωστε, αυτό το βιβλίο είναι τόσο υποκειμενικό, ώστε χωρίς αναφορά σε πρόσωπα θα καταντούσε κολοβό ή, ακόμα χειρότερα, ατομοκεντρικό» (σ. 491).
Από αυτή τη συλλογική βιογραφία παρουσιάζουμε σήμερα κάποιες χαρακτηριστικές πινελιές, με κριτήριο την ευρύτερη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα μιας αφήγησης τόσο πλούσιας, που περιγελά κάθε απόπειρα σύνοψής της.
