Με φόντο την πολιορκία του Ενετοκρατούμενου Χάνδακα την μεγαλύτερη στην ιστορία της Δύσης, κράτησε 22 χρόνια, ο συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης, στο μυθιστόρημά του «Πολυφίλητη», μιλά για το παρελθόν και το παρόν των προσφύγων, την μοίρα των ξεριζωμένων.
«Πως ο νοικοκύρης του σήμερα θα μπορούσε να είναι ο πρόσφυγας του αύριο». Συγγραφέας ιστορικών και λαογραφικών μελετών έχει τιμηθεί με το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης», και με το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών για το έργο του «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης».
• Κύριε Ψιλάκη, τι σηματοδοτεί ο τόπος και ο χρόνος μυθιστορηματικά στην πολιορκία του Χάνδακα;
Θα μπορούσα να απαντήσω απλά ότι στο ιστορικό μυθιστόρημα ο τόπος είναι το πεδίο δράσης, το μέσον εντός του οποίου εκτυλίσσεται η ανθρώπινη εμπειρία και ο χρόνος είναι το όριο μέσα στο οποίο τοποθετείται η δράση. Θα μπορούσα, όμως, να απαντήσω και με τα λόγια ενός από τους βασικούς μυθιστορηματικούς ήρωες της «Πολυφίλητης», του Αγουστή Νοδάρου, ενός επίδοξου ποιητή που μεταφέρει τον απόηχο μιας ολόκληρης εποχής:
«Κάθε έργο πρέπει να μιλά για την εποχή του. Ακόμη κι όταν ανατρέχει ο ποιητής στο παρελθόν, πρέπει να το κάνει σαν τον άλτη που πηγαίνει κάμποσα βήματα προς τα πίσω για να πάρει φόρα. Για το σήμερα νοιάζονται οι ποιητές. Και για το αύριο. Κι αν καμώνονται καμιά φορά πως μιλούν για τα περασμένα, δεν το κάνουν για να ξεφύγουν από το σήμερα, αλλά για να το δουν από την απόσταση του χρόνου και να το χαρτογραφήσουν καλύτερα».
Τόπος, λοιπόν, ο Χάνδακας. Μα και η Κρήτη ολόκληρη. Και νησιά, κυρίως τα ενετοκρατούμενα Επτάνησα. Και η Βενετία στην οποία ανήκαν εκτεταμένες περιοχές του σημερινού ελλαδικού χώρου. Τόπος η Ανατολική Μεσόγειος, πεδίο πολλαπλών συγκρούσεων, κοινωνικών, πολιτικών, πολεμικών. Γράφοντας την ««Πολυφίλητη» ένιωσα πολλές φορές να μοιράζω τον δικό μου χρόνο ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Δηλαδή στο δικό μου παρόν και το παρόν των ηρώων μου. Κι αναρωτήθηκα πολλές φορές αν έχουν κάτι κοινό οι δυο εποχές, αν τελικά μοιάζουν όλες οι πολιορκίες. Κι εκείνες που γίνονται με μπομπάρδες και κανόνια κι αυτές που γίνονται με άυλα μέσα και εκτυλίσσονται με όπλο ακαταμάχητο τον φόβο.
• Κλοιός και φόβος;
Ένας άλλος μυθιστορηματικός ήρωας, ο Μανέας Αγριμολέος, ένας χρυσοχός που ζει κι αυτός στην πολιορκημένη πόλη, νιώθει τον κλοιό να σφίγγει γύρω του, το κλουβί να μικραίνει και σημειώνει: «Χρόνια τώρα προσπαθώ να σπάσω το κλουβί. Δεν ξέρω το μέγεθός του, δεν ξέρω το σχήμα του, δεν ξέρω με τι το φτιάξανε. Με σίδερα; Με πέτρες; Με ξύλα; Ή, μήπως, με λέξεις, φόβο και νόμους; Τα σίδερα λυγίζουν, οι πέτρες σπάνε. Τις πιο γερές φυλακές δεν τις χτίζουν με φθαρτά υλικά·με τον φόβο τις χτίζουν».
• Πως συνομιλεί το παρελθόν με το παρόν;
Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει για τον ρόλο του ιστορικού μυθιστορήματος. Τελικά νομίζω πως είναι η χωνεμένη ιστορία. Είναι οι πολλαπλές συναντήσεις της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα, είναι η παραβίαση των ορίων. Του χρόνου, του τόπου, του μύθου… Ο ίδιος ήρωας, ο Μανέας Αγριμολέος, που διαπιστώνει κάθε στιγμή ότι οι κοινωνίες είναι αυτές που πληρώνουν τις συνέπειες των αποφάσεων των ισχυρών, γράφει σ’ ένα σημειωματάριο, κάτι σαν ημερολόγιο της πολιορκίας: «Τελικά, ιστορία είναι οι ζωές των ανθρώπων.
Ξεφυλλίζεις τις μνήμες τους, ξεφυλλίζεις τον χρόνο, μαθαίνεις τον κόσμο. Κι αν τελειώσει κάποτε τούτος ο πόλεμος, θα μείνουν γραμμένα μόνο τα κατορθώματα των στρατηγών. Θα τρέχουν οι κόλακες της ιστορίας να πλέκουν στεφάνια στους νικητές. Όποιοι κι αν είναι. Οι πένες θα κάνουν βαθιές υποκλίσεις. Κι η κάθε Φραντζέσκα θα μείνει απέξω από τις σελίδες της μνήμης. Κι ο κάθε Μανέας, κι ο κάθε πεινασμένος, κι ο κάθε φτωχός πο δεν μπορεί να ναυλώσει κάτεργο να φύγει. Έτσι γίνεται πάντα. Ο χρόνος σβήνει τις ζωές των αφανών. Σβήνει την πείνα, τη δίψα, τον έρωτα». Φυσικά, συμφωνώ μαζί του.
• Ο έρωτας και ο φόβος πιο ρόλο παίζουν στους πολιορκημένους και ειδικά στις γυναίκες;
Ποτέ δεν πίστεψα ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι μια φυγή από την πραγματικότητα. Αντιθέτως, είναι μια πιο ψύχραιμη ματιά σ’ αυτήν, ας πούμε, μια προβολή του παρόντος στο παρελθόν. Μήπως δεν ζούμε μια μεγάλη πολιορκία και σήμερα;
Μόνο που η πολιορκία αυτή δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο τόπο, δεν παρατάσσονται στρατεύματα γύρω από τα τείχη μιας οχυρωμένης πόλης, αλλά μιας ανοχύρωτης κοινωνίας. Στο έργο μου πρωταγωνίστρια είναι μια γυναίκα. Την ονόμασα Φραντζέσκα και προέρχεται από τη χαμηλότερη κοινωνική τάξη.
Είναι φαμέγια στα κτήματα κάποιου φεουδάρχη. Μπαίνει την τελευταία στιγμή στην πόλη μ’ ένα νόθο παιδί στην αγκαλιά της. Την επόμενη μέρα αναγκάζεται ν’ αφήσει το βρέφος έκθετο στα σκαλιά ενός μοναστηριού και καταλήγει σε μια γειτονιά στην άκρη της πόλης, δηλαδή σε μια περιοχή ευάλωτη σε βομβαρδισμούς. Εκεί συναντά άλλες γυναίκες, που κι αυτές ζουν, ελπίζουν, ερωτεύονται.
• Πως ξεπερνιούνται τα τείχη;
Η ιστορία της πολιορκίας τελειώνει με καράβια να συνωστίζονται στο λιμάνι. Μ’ αυτά μεταφέρονται οι πρόσφυγες. Κανείς, όμως, δεν πιστεύει ότι αυτό είναι το τέλος της ιστορίας. Όλοι οι πρόσφυγες νομίζουν πως φεύγουν προσωρινά. Ένας από τους πρωταγωνιστές γράφει γράμμα σ’ αυτούς που θα εγκατασταθούν στο σπίτι του. Ένας άλλος συντάσσει πρόχειρα τη διαθήκη του για να μοιράσει το βιος του. Μοιράζει, δηλαδή, αυτό που δεν του ανήκει πια. Τίποτα δεν ήξερα γι’ αυτό που θα ζούσαμε σήμερα όταν άρχισα να γράφω την Πολυφίλητη.
Είχα, όμως, μιλήσει με πρόσφυγες όλων των γενεών, από την καταστροφή του 1922 μέχρι τους Έλληνες, που βρέθηκαν στις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι τους πιο σύγχρονους, αυτούς που είχαν αναζητήσει την ελπίδα στην Ευρώπη πολύ πριν από τη σημερινή έκρηξη του προσφυγικού. Εδώ επανέρχεται ο τόπος. Ως βίωμα και ως μνήμη. Ως συλλογική ταυτότητα, τελικά. Όπως επανέρχεται και η ελπίδα. Δεν υπάρχει μια μόνο απάντηση για το πώς ξεπερνιούνται τα τείχη. Η ιστορία δεν τελειώνει. Έβαλα έναν αλλοπαρμένο προφήτη να βροντοφωνάζει «ουαί» στους ηττημένους της πολιορκίας. Κι όταν τελειώνει ο πόλεμος εκείνος συνεχίζει να εκτοξεύει τα «ουαί» του σαν απειλές για τους νικητές.
Η ιστορία δεν κάνει συμβόλαια. Ο νικητής του σήμερα μπορεί να είναι ο ηττημένος του αύριο. Ο νοικοκύρης του σήμερα θα μπορούσε να είναι ο πρόσφυγας του αύριο…
