Αίτηση αναίρεσης άσκησε η εισαγγελία του Αρείου Πάγου στην υπόθεση της δολοφονίας της 47χρονης Έφης Τσιχλάκη, με επίκεντρο την αναγνώριση του ελαφρυντικού του σύννομου βίου στον κατηγορούμενο από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης.
Συγκεκριμένα, η ένσταση του Αρείου Πάγου αφορά στην πρόβλεψη της μειωμένης ποινής, όταν ο κατηγορούμενος τηρεί σύννομο βίο τα έξι χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την δολοφονία της άτυχης Έφης. Από τα οκτώ χρόνια, αφαιρέθηκαν και τα περίπου δύο χρόνια που είχε παραμείνει προφυλακισμένος πριν την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, όταν διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιάσει τους περιοριστικούς όρους.
Ένοχος για τη δολοφονία της γυναίκας τον Μάρτιο του 2006 στο Κολυμπάρι Χανίων, κρίθηκε ο 55χρονος σήμερα σύζυγός της, ο οποίος πρωτόδικα είχε αθωωθεί αφού, τότε, είχε πείσει το δικαστήριο πως η γυναίκα του αυτοκτόνησε έπειτα από έντονο διαπληκτισμό που είχαν.
Όλα αυτά τα χρόνια, η οικογένεια του θύματος μιλούσε για μια τεράστια δικαστική πλάνη, ενώ είχε καταγγείλει ακόμα και απειλές που δεχόταν από το περιβάλλον του κατηγορουμένου. Ύστερα από πέντε συνεχείς αναβολές, η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Χανίων όπου παρουσιάστηκαν νέα συντριπτικά στοιχεία για την ενοχή του δράστη.
Για ξεκάθαρη υπόθεση ανθρωποκτονίας έκανε λόγο και η εισαγγελέας της έδρας στη δίκη σε δεύτερο βαθμό, η οποία είχε προτείνει την ενοχή του κατηγορουμένου, κυρίως με βάση τα ευρήματα της νεκροψίας, αναγνωρίζοντας όμως πως δεν υπήρχε προμελέτη για το έγκλημα.
Τελικά στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε ποινή μόλις οκτώ ετών, καθώς του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Από την ποινή αφαιρέθηκαν οι μήνες προφυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, καθώς είχε παραβιάσει τους περιοριστικούς όρους, μετά την αρχική απολογία του, το 2016. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν ως σωματοφύλακας και ήταν υποψήφιος με τη Χρυσή Αυγή, επέμεινε στην εκδοχή της αυτοκτονίας και δήλωσε εκ νέου αθώος.
