Τα συναισθήματα έχουν μπερδευτεί και μας οδηγούν, εκόντες ή άκοντες, στον στίχο του Ιάκωβου Καμπανέλλη: «περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω, να κλάψω, να φωνάξω ή να σωπάσω;».
Το δεδομένο είναι ότι η πλειοψηφία της κοινότητας δεν είναι ειδικευμένη και διαμορφώνει απόψεις αυθαίρετα, συνάγει συμπεράσματα χωρίς την απαραίτητη γνώση, αλλά είναι κι εκείνη που δέχεται κι εφαρμόζει τα μέτρα. Τα συμπεράσματα της πλειοψηφίας είναι αυθαίρετα, είναι όμως κι εμπειρικά και κουβαλούν την ουσία της άμυνας απέναντι στον ιό. Ως εκ τούτου, αποτελούν μοναδικά και ανεπανάληπτα θραύσματα που στην ένωση τους επιζητούν την απελευθέρωση προς ένα σύνολο υγιές.
Το σύνολο διαμορφώνει την άμυνα, διαμορφώνει, όμως, και το φρόνιμα του απέναντι σε κάθε παραλογισμό που υφίσταται δημιουργώντας αντισώματα, όχι απέναντι στον ιό πια, αλλά στις αποφάσεις που καλείται να εφαρμόσει. Ενεργοποιεί την κριτική του ικανότητα και ζυγίζει κάθε λεπτό αν υπάρχει συνέπεια λόγων κι έργων. Ένα είναι σαφές: δεν υπάρχει πάντοτε.
Στην διάρκεια της πρώτης καραντίνας, όλοι μας πειστήκαμε ότι το σωστό είναι η απομόνωση και η προσεκτική συμβίωση, αφήνοντας δουλειές, σπουδές σχεδόν μισές να «προχωρούν», οικογένειες χωρισμένες και για καιρό απομακρυσμένες. Ήταν το καλό. Και το καλό επετεύχθη. Τι είδαμε, όμως, σε όλο αυτό το διάστημα; Είδαμε τους εαυτούς μας κλεισμένους υπό την απειλή προστίμων και έναν Πρωθυπουργού να συνωστίζεται έξω από το Μέγαρο Μαξίμου δίπλα σε δεκάδες δημοσιογράφους, μέσα σε ένα εύθυμο κλίμα. Και, φυσικά, χωρίς μάσκα. Μέγιστη αντίφαση. Τα στερνά δεν τίμησαν τα πρώτα.
Ήρθε η στιγμή να ανοίξει ο τουρισμός, ένας παράγοντας σημαντικός για την οικονομία, κάτι που δεν αμφισβητεί κανένας. Το άνοιγμα του έγινε τόσο βίαια, όσο βίαια κι άτσαλα έπεσε και στις οθόνες μας το θέαμα του Πρωθυπουργού. Η πρώτη πτήση έφθασε ξαφνικά, ήρθε εντελώς άναρχα και, φυσικά, βρήκαμε και τον τρόπο του ασφαλούς τουρισμού σε μία χώρα με επιτυχίες στην διαχείριση της πανδημίας: δειγματοληπτικοί έλεγχοι στους επιβάτες, ήτοι από το σύνολο, μερικοί. Μπήκαν δηλαδή στην χώρα φορείς που δεν ελέγχθηκαν ποτέ. Και φυσικά ένας τουρισμός που εξακολουθητικά εδράζεται στο όφελος των «μεγάλων», ένας τουρισμό που κυρίαρχα υπηρετεί τα οφέλη άλλων. Παραδοσιακά τα προγράμματα συνολικών παροχών μέσα σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες επικρατούν. Κρατήθηκε το όφελος για τους λίγους και την «πλήρωσαν» οι πολλοί. Μοίρα είναι αυτή.
Τα σχολεία έκλεισαν. Οι έφηβοι, στην πιο αντιδραστική ηλικία, στην περίοδο της ζωής τους που δια της τριβής διαμορφώνουν ιδέες κι απόψεις, κλείστηκαν μέσα. Κατά την ίδια περίοδο, το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε την αύξηση του αριθμού των μαθητών και των μαθητριών ανά τμήμα. Με κλειστά σχολεία. Ενδεχομένως, αισθανόταν βέβαιη η Υπουργός ότι το άριστα δομημένο πρόγραμμα θα μας οδηγούσε σε μία ομαλή επανέναρξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η αύξηση της ασφάλειας κάθε μαθητή και κάθε μαθήτριας θα εξασφαλιζόταν πλέον από την αυστηρή χρήση μάσκας. Τι κρίμα κι αυτό. Δύο φορές έγιναν λαθεμένες παραγγελίες ή παραδόθηκαν λαθεμένες μάσκες στις σχολικές μονάδες. Όλα συγχωρούνται.
Και την στιγμή που το κράτος αγωνίζεται να διατηρήσει τα κρούσματα σε χαμηλά επίπεδα κι ενώ το Εθνικό Σύστημα Υγείας πιέζεται, τεράστια ποσά παραχωρούνται σε μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους, οι ιδιοκτήτες των οποίων ενδεχομένως οφείλουν εξίσου μεγάλα ποσά σε καθέναν και καθεμιά από εμάς. Το προφανές ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: γιατί να στηρίξει κανείς τους δημοσιογραφικούς ομίλους, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι «έχουν μπει στον πάγο», για να σταθεί όρθιο το Εθνικό Σύστημα Υγείας; Και το μη προφανές ερώτημα: γιατί να πληρωθούν οι δημοσιογραφικοί αυτοί όμιλοι, ώστε να ενημερώνουν αναφορικά με την πανδημία, όταν η αποστολή τους είναι η ίδια η ενημέρωση; Πασχίζω να βρω λογική.
Στα Θεοφάνεια, το κράτος ήρθε πάλι σε ρήξη με την Εκκλησία, ώστε να μην πραγματοποιηθούν όλα όσα λαμβάνουν χώρα εκείνη την ημέρα παραδοσιακά. Η Εκκλησία διαφώνησε, άνοιξε τους ναούς και οι πιστοί συνωστίστηκαν. Το δυστύχημα είναι ότι ένοχοι και παράνομοι αποδείχθηκαν ξανά οι πολίτες και όχι οι Ιεράρχες, που εμμέσως πλην σαφώς κάλεσαν τους πιστούς στις εκκλησίες. Θέατρο εντυπώσεων και ένας στίβος στον οποίο νικά η πρόθεση του υψηλά ιστάμενου και χάνει ο αγώνας του κατώτερου.
Αδυνατώ να εξηγήσω πώς, ενώ καθετί φυσιολογικό έχει γίνει παράνομο, το παράλογο είναι αποδεκτό ως σωτήριο. Βασιλεύει το παράλογο και διεκδικεί τον θρόνο του καλού. Ο πάγος θα λιώσει κι οι πολλοί θα πεταχτούν άναρχα έξω από τον καταψύκτη. Όχι για να επιστρέψουν στην κανονικότητα. Το καλό θα διεκδικήσει μάλλον την α-κανονικότητα στήνοντας κανόνια απέναντι στο «κανονικό». Γιατί το κανονικό έδειξε ότι δεν ήταν φυσιολογικό σχεδόν σε τίποτα.
* Ο Παναγιώτης Μυλωνάκης είναι φοιτητής φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
