Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε γίνει τον Ιούνιο του 2017 και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου τον είχε καταδικάσει σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για ιατρική αμέλεια χωρίς ελαφρυντικά.
Ο γιατρός είχε καταδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό τον Μάιο του 2019 από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, το οποίο του είχε επιβάλλει φυλάκιση 2 ετών με τριετή αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ενώ του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.
Ωστόσο, η πλευρά του κατηγορουμένου είχε υποβάλει αίτημα αναίρεσης της δικαστικής απόφασης στον Άρειο Πάγο ο οποίος με τη σειρά του προέβη σε αναίρεση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων κι έτσι η υπόθεση εκδικάζεται από την αρχή.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο χειρουργός «δεν φρόντισε, από αμέλεια, να συρραφθεί στεγανά το στόμιο του κηλικού σάκου, με αποτέλεσμα το στραγγαλισμό των αιμοφόρων αγγείων του εγκολεασθέντος και περισφιχθέντος τμήματος του λεπτού εντέρου εντός του κηλικού σάκου» ενώ όπως σημειώνεται στο κατηγορητήριο, «έγινε δεύτερη επέμβαση τρεις ημέρες αργότερα και διαπιστώθηκε ρήξη των ραμμάτων και είσοδος τμήματος του λεπτού εντέρου στον κηλικό σάκο».
Ο γιατρός κατηγορείται ότι δεν φρόντισε να νοσηλευτεί το βρέφος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων του Νοσοκομείου, παρά την άσχημη κλινική του εικόνα, κάτι το οποίο ο ίδιος αρνείται, καθώς υποστηρίζει ότι έπραξε σύμφωνα με τους όρους και τους κανόνες της ιατρικής.
