Χάρης Μιχαλόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το καλοκαίρι του 1915 ο ποιητής Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι ερωτεύτηκε μια παντρεμένη γυναίκα, τη Λίλια Μπρικ. Δυστυχώς για τον ποιητή, η γυναίκα αυτή δεν ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα, αλλά η σύζυγος του εκδότη του και γνωστού κριτικού της λογοτεχνίας και της τέχνης Οσιπ Μπρικ. Η Λίλια αποτέλεσε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του Μαγιακόφσκι.

Σε αυτήν, μάλιστα, αφιέρωσε στα 1916 το ποίημά του με τίτλο «Το σπονδυλωτό φλάουτο». Ομως η Λίλια Μπρικ αγαπούσε εξίσου τον Μαγιακόφσκι και τον άντρα της. Η στενή συνεργασία του Μαγιακόφσκι με τον Οσιπ στο πλαίσιο της ομάδας των «κομμουνιστών- φουτουριστών» έκανε τα πράγματα ολοένα και πιο περίπλοκα. 

Ο έρωτας, η επανάσταση, μια σκάφη γεμάτη χειρόγραφα βουτηγμένα σε βότκα, πυροβολισμοί, ένα γραμμόφωνο αποτελούν μόνο μερικές ψηφίδες της «Λίλιας», του πιο πρόσφατου θεατρικού έργου του Χρήστου Χαρτοματσίδη. Το έργο αρθρώνεται σε δεκατέσσερις σκηνές, οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη με σχεδόν ασθματικό ρυθμό, συνθέτοντας ένα πολυπρισματικό καλειδοσκόπιο λόγου και δράσης. Σε μια πρώτη ανάγνωση θα έλεγε κανείς πως το έργο αποτελεί θεατρική δραματοποίηση του ερωτικού τριγώνου Μαγιακόφσκι, Λίλια και Οσιπ Μπρικ. Ομως, στην πραγματικότητα, αποδεικνύεται πως είναι πολύ περισσότερο από αυτό. 

Ο έρωτας στο έργο του Χαρτοματσίδη παίζει κεντρικό ρόλο, δίχως όμως να εξαντλείται στο συναίσθημα. Η εναλλαγή των σκηνών ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Ποιος και τι ανήκει στη Λίλια; Ποιος και τι ανήκει στον ποιητή; Ποιος και τι ανήκει στην Επανάσταση; Τελικά, ποιος ανήκει σε ποιον;

Η Λίλια του Χαρτοματσίδη είναι μια γυναίκα που αγαπά, μισεί, μηχανεύεται, απελπίζεται. Απαιτεί, διεκδικεί, δεν φοβάται και δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Είναι έτοιμη να παραδοθεί στον έρωτα, όμως η μάλλον βέβαιη απόρριψη ενεργοποιεί μέσα της την (αυτο-)καταστροφή. Στο έργο, ο έρωτας καταλήγει να αποτελεί μεταφορά της Επανάστασης. Η Λίλια μετατρέπεται σε μεταφορά της Επανάστασης, κάτι που παραδέχεται και η ίδια. «ΒΟΛΟΝΤΙΑ: Είσαι σαν την Επανάσταση, Λίλια! Που ζητάει από μας μονάχα θυσίες… Εχε γεια, Λίλια! (Βγαίνει.). ΛΙΛΙΑ: (σκυθρωπή) Ναι, είμαι σαν την Επανάσταση!» (σ. 26). 

Σε όλο το έργο ρίχνει βαριά τη σκιά του το καθεστώς, που φαίνεται πως έχει αρχίσει πια να φοβάται ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο «Φρουρός με μουστάκι» και ο «Φρουρός ναύτης» μπορεί να μοιάζουν δευτερεύουσες φιγούρες, όμως στην πραγματικότητα λειτουργούν σαν ζωντανή υπόμνηση μιας άτεγκτης γραφειοκρατίας που δεν ξέρει άλλον τρόπο από την απρόσωπη επιτέλεση του καθήκοντος, ακόμα και την αδιάκριτη επιβολή της βίας, αν και εφόσον χρειαστεί.

Απέναντι στο σκληρό και αδυσώπητο πρόσωπο του καθεστώτος, ο Μαγιακόφσκι αναπτύσσει τις δικές του άμυνες και αντιστάσεις. Θα τολμούσα να διαβάσω πίσω από το χαστούκι που ρίχνει ο Βολόντια στον «Φρουρό με μουστάκι», στην έκτη σκηνή του έργου, έναν πιθανό υπαινιγμό στη φουτουριστική έκδοση με τίτλο: «Ενα χαστούκι στο πρόσωπο του δημοσίου γούστου» (1912), που περιελάμβανε τα πρώτα δημοσιευμένα ποιήματα του Μαγιακόφσκι. 

Θα ήθελα, επίσης, να σταθώ ιδιαίτερα στο σημείωμα της αυτοκτονίας του Βολόντια, το οποίο έρχεται και επανέρχεται στο έργο. Το απόγευμα της 14ης Απριλίου 1930 ο Μαγιακόφσκι, μετά από προσωπικά και επαγγελματικά προβλήματα αλλά και απογοητευμένος από την άρνηση των αρχών να του επιτρέψουν να ταξιδέψει στο εξωτερικό, έβαλε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Η σφαίρα τον βρήκε ξαπλωμένο στο γραφείο του, στο σπίτι της οδού Λιουμπιάνκα.

Ο Χαρτοματσίδης αναφέρεται στο σημείωμα της αυτοκτονίας όχι μόνο στο τέλος του έργου, αλλά και στην τέταρτη σκηνή, όπου η Λίλια υπαγορεύει στον ποιητή κάποιες προσθήκες. Στην τελευταία σκηνή του έργου ακούμε τη Νόρα, τη νέα αγαπημένη του ποιητή, να διαβάζει το σημείωμα, ενώ ο Βολόντια είναι ακόμα στη ζωή. Το κείμενο αναπαράγει πανομοιότυπα το αυθεντικό σημείωμα αυτοκτονίας του Μαγιακόφσκι, ωστόσο με κάποιες αφαιρέσεις.

Δίχως να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, περιορίζομαι να σημειώσω πως οι δύο αυτές διαφορετικές εκδοχές του πραγματικού σημειώματος αποτυπώνουν με τρόπο έκδηλο και καταλυτικό την αμφισβήτηση από πλευράς του συγγραφέα της επίσημης εκδοχής της ιστορίας. Τόσο οι προσθήκες που υπαγορεύει η Λίλια όσο και το κείμενο που διαβάζει η Νόρα (άλλωστε δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν οι αφαιρέσεις οφείλονται στον θεατρικό συγγραφέα ή στη Νόρα) αποτελούν πράξεις υπονόμευσης και αντίστασης ενάντια στην επίσημη καταγραφή της ιστορίας.

Το θεατρικό έργο δεν αποτυπώνει την ιστορική πραγματικότητα. Αυτό είναι έργο της Ιστορίας. Το θεατρικό έργο ανατέμνει την ιστορική πραγματικότητα προσφέροντας τη δυνατότητα μιας εσωτερικής θέασης, τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής ανάγνωσης των γεγονότων. Ετσι δίνεται επιτέλους η ευκαιρία στους πρωταγωνιστές της «επίσημης» ιστορίας να αποκτήσουν τη χαμένη τους φωνή προσφέροντας τη δική τους εναλλακτική, ακόμα και αντιφατική, εκδοχή των γεγονότων. 

Η θεατρική γραφή του Χαρτοματσίδη είναι γεμάτη νεύρο και ένταση. Η «Λίλια» αποτελεί μία επί σκηνής πολυφωνική και γεμάτη πικρία, ειρωνεία και χιούμορ πραγμάτευση του έρωτα, της ποίησης, της ζωής, της ελευθερίας. Κλείνοντας, θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν αναφερόμουν στην εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση (κάτι που χαρακτηρίζει άλλωστε κάθε έκδοση του «Μανδραγόρα»), καθώς και στον φιλοτεχνημένο από την Tatyana Druchinina πίνακα με τίτλο «Η ασύγκριτη Λίλια Μπρικ» που κοσμεί το εξώφυλλο.