Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μου κόστισε η είδηση του θανάτου του κι ας τον είχα δει μια φορά όλη κι όλη. Επρόκειτο για εντελώς σουρεάλ φυσιογνωμία, που δεν γινόταν να περάσει απαρατήρητη. Ξετυλίγω το νήμα: Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, τέτοιες μέρες -Μεγάλη Τρίτη στις έντεκα τα μεσάνυχτα-, συνήθως αναχωρούσα από τον Πειραιά για να απολαύσω τη Λαμπρή στ’ Απεράθου της Νάξου, το χωριό μου. Με περιγελούσαν όσοι άκουγαν το όνομα του καραβιού στο οποίο θα επιβιβαζόμουν, καθότι ήταν παγκοίνως γνωστό ως αργοκίνητο «σαπάκι». Με βόλευε αφάνταστα, όμως, η ώρα του απόπλου και η διάρκεια της διαδρομής.

Ανετος κατά το μεσημεράκι με τον καφέ ετοίμαζα τα μπαγκάζια, έγραφα με το πάσο μου στην εφημερίδα τα κείμενα της εβδομάδας για να τα παραδώσω ώς τις δέκα, έπειτα καβαλούσα τη μοτοσικλέτα και γραμμή στο λιμάνι. Συναντούσα εκεί γυναίκα και παιδιά, που ’χαν φθάσει εν τω μεταξύ με τ’ αμάξι, κόβαμε τα εισιτήρια, την αράζαμε στα πάντοτε αδειανά αεροπορικού τύπου καθίσματα της πρύμνης και, καθώς ήμαστε πτώματα, παραδιδόμαστε στις αγκάλες του Μορφέα μέχρι τις οκτώ το πρωί που σφύριζε το βαπόρι στο νησί.

Κατεβαίναμε ξεκούραστοι και κεφάτοι κι είχαμε καταδικό μας ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Σύμφωνα μάλιστα με σόλοικους υπολογισμούς μου, κάπως διασταλτικής ερμηνείας της αριθμητικής, κερδίζαμε δύο μέρες: μια του ταξιδιού και μια του ύπνου. Ασε που το κεντρικό πρακτορείο της Χώρας χρέωνε τα ναύλα μισοτιμής. Στον καταπέλτη του βαποριού, ενώ φόρτωνε στον Πειραιά, ένα από κείνα τα ανοιξιάτικα βράδια εμφανίστηκε αίφνης παράξενος προγάστορας με παντελονάκι αποικιακού στιλ, παρδαλό πουκάμισο και υπερμέγεθες πούρο στο στόμα. Καταχεριάζοντας το πλήρωμα, άρχισε να δίνει οδηγίες στους νταλικέρηδες για το πώς θα βάλουν τα βαριά τους οχήματα στο γκαράζ του «Δημητρούλα». Επικράτησε πανζουρλισμός, που καθυστέρησε υπέρ το δέον το βιράρισμα της άγκυρας.

Ηταν ο Γεράσιμος Αγούδημος, ο οποίος αναχώρησε προχθές για τα επουράνια δρομολόγια. Ξεκίνησε ναυτάκι την καριέρα του στη θάλασσα, εξελίχθηκε σε καπετάνιο και περί τα τέλη του ’60 σε καραβοκύρη. Εγινε, όμως, ευρύτερα γνωστός το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1980, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την ακτοπλοΐα. Οι υπόλοιποι εφοπλιστές επένδυαν τότε σε νεότευκτα σκάφη που πρόσφεραν μεγαλύτερες ταχύτητες και υπερσύγχρονες ανέσεις.

Σιγά μην ακολουθούσε τον συρμό ο καπετάν Μάκης. Εισήγαγε παροπλισμένα πλοία από το εξωτερικό, τους χάρισε τα ονόματα της συζύγου και των θυγατέρων του και τα ’ριξε στην άγονη γραμμή. Θυμάμαι το «Μιλένα» να μπαίνει στους Φούρνους. Φάνταζε τρεις φορές ψηλότερο από τον λόφο του λιμένα, σωστό υπερωκεάνιο. Καλοτάξιδο, εδώ που τα λέμε μαζί με το «Ρομίλντα» και το «Ροδάνθη» άφησαν εποχή για τη βραδυπορία τους και όχι μόνο. Οι λάτρεις των μικρών νησιών του Βορείου Αιγαίου, των Κυκλάδων και της Δωδεκανήσου δεν βιάζονταν άλλωστε. Τον αποχαιρετούν κι αυτοί εις ανάμνησιν νοσταλγικών στιγμών.