Νέο κεφάλαιο στην ήδη περίπλοκη συριακή κρίση ανοίγει η χθεσινή ανακοίνωση της Δαμασκού για ανάπτυξη «εντός ωρών» φιλοκυβερνητικών «λαϊκών δυνάμεων» στο κουρδικό καντόνι του Αφρίν, στη βορειοδυτική Συρία, με στόχο την «ενίσχυση» της κουρδικής πολιτοφυλακής YPG στη μάχη κατά της «τουρκικής επιθετικότητας» στα συριακά εδάφη.
Με τους Κούρδους να διαψεύδουν χθες ότι υπάρχει τελική συμφωνία, η προαναγγελία αυτής της παράταιρης και κατά πώς φαίνεται ευκαιριακής και μόνο συμμαχίας μεταξύ του καθεστώτος Ασαντ και των -υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ- Κούρδων της Συρίας έγινε σχεδόν μία εβδομάδα έπειτα από σχετικό αίτημα των κουρδικών αρχών στο Αφρίν «για προστασία των συνόρων», την ώρα που η τουρκική εισβολή στην περιοχή συνεχίζεται μετ’ εμποδίων εδώ και πάνω από έναν μήνα και ενώ είχαν προηγηθεί το Σάββατο καταγγελίες για χρήση στις επιχειρήσεις ακόμη και χημικών όπλων (κάτι που η Αγκυρα έσπευσε να διαψεύσει).
«Εάν το συριακό καθεστώς μπει στην περιοχή για να προστατεύσει την YPG, τότε τίποτε και κανείς δεν θα σταματήσει τους Τούρκους στρατιώτες», απείλησε χθες ευθέως ο Τούρκος ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, μιλώντας από το Αμμάν της Ιορδανίας.
«Κι αυτό», προσέθεσε, «ισχύει όχι μόνον για το Αφρίν, αλλά και για τη Μανμπίτζ και για τις ανατολικές περιοχές του Ευφράτη», που ως γνωστόν ελέγχει ο αραβο-κουρδικός συνασπισμός SDF και όπου σταθμεύουν σήμερα αμερικανικές δυνάμεις.
Με «σοβαρές συνέπειες» φέρεται να προειδοποίησε τη Δαμασκό -σύμφωνα με πληροφορίες της Hürriyet- ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν, κατά τη χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Ρώσο ομόλογό του Πούτιν, διακηρύττοντας με την ευκαιρία ότι η τουρκική επιχείρηση στη βόρεια Συρία «θα συνεχιστεί βάσει του προγραμματισμού της».
«Πηγές της τουρκικής προεδρίας», συμπληρώνει στο ρεπορτάζ της η εφημερίδα, «ανέφεραν ότι ο Πούτιν δήλωσε πως δεν ήταν σε θέση “να επιβεβαιώσει τα περί συμφωνίας” μεταξύ του συριακού καθεστώτος και της YPG, ενώ “επανέλαβε την κατανόηση της Μόσχας” στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφρίν».
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών, Μιχαήλ Μπογκντάνοφ, διεμήνυσε χθες ότι η Μόσχα είναι έτοιμη να μεσολαβήσει για την επίλυση της κατάστασης στο Αφρίν.
Και ανακοίνωσε τη διεξαγωγή νέας συνόδου κορυφής Ρωσίας-Τουρκίας-Ιράν, στις αρχές Απριλίου (μετά τις ρωσικές προεδρικές εκλογές δηλαδή), στην Κωνσταντινούπολη ή στην Αγκυρα, στο πλαίσιο των προσπαθειών, ανέφερε, για πολιτική διευθέτηση της συριακής κρίσης.
Ρωσία και ΗΠΑ
Στο μεσοδιάστημα, το ρωσικό υπουργείο Αμυνας και η αμερικανική πρεσβεία στη Μόσχα επιβεβαίωναν πληροφορίες για χθεσινή συνάντηση του Ρώσου επιτελάρχη, στρατηγού Γερασίμοφ, με τον πρέσβη των ΗΠΑ στη Ρωσία, Τζον Χάντσμαν, με αντικείμενο «θέματα ασφάλειας, διμερών σχέσεων» και διεθνών κρίσεων, όπως «το Συριακό, το Ουκρανικό και η κρίση με τη Βόρεια Κορέα».
Αυτό το γαϊτανάκι εξελίξεων γίνεται στον απόηχο της βαρυσήμαντης, αλλά με πενιχρά κατά πώς φαίνεται ουσιαστικά αποτελέσματα, επίσκεψης του Αμερικανού ΥΠΕΞ στην Αγκυρα, στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, και των κρίσιμων διαβουλεύσεων που είχε με τους Ερντογάν και Τσαβούσογλου, με επίκεντρο την κλιμακούμενη κρίση στις σχέσεις μεταξύ των δύο ΝΑΤΟϊκών συμμάχων.
«Οι συναντήσεις ήταν επιτυχημένες, αλλά δεν υπήρξε κάποια σημαντική πρόοδος και το σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στις διμερείς σχέσεις παραμένουν», σχολιάζει για την επίσκεψη Τίλερσον ο Αρον Στάιν, αναλυτής στο αμερικανικό ινστιτούτο Atlantic Council.
«Την αντιμετωπίζω περισσότερο ως μπάλωμα, παρά ως μακροπρόθεσμη λύση», συμφωνεί και η Αμάντο Σλόατ, πρώην αναπληρώτρια βοηθός ΥΠΕΞ των ΗΠΑ για θέματα Νότιας Ευρώπης και Ανατολικής Μεσογείου, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα.
«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια φάση διαχείρισης, με τις διμερείς σχέσεις να παραμένουν δύσκολες», τονίζει, «εν όψει των τουρκικών εκλογών» του 2019.
Σε εξίσου ψυχρό κλίμα, πλην μάλλον πιο… καρποφόρα φαίνεται πως ήταν πάντως η ταυτόχρονη, πρώτη επίσημη επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού Γιλντιρίμ στο Βερολίνο, για διαβουλεύσεις με τη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ και στο πλαίσιο των προσπαθειών της Αγκυρας να περιορίσει την απομόνωσή της από τη Δύση.
Ουδόλως τυχαία, άλλωστε, την επομένη της συνάντησης η Τουρκία επιχείρησε να άρει ένα από τα «εμπόδια, εν μέσω αμοιβαίας βούλησης για βελτίωση των διμερών σχέσεων», για τα οποία μίλησε η Μέρκελ, αποφυλακίζοντας την Παρασκευή τον ανταποκριτή της Die Welt, Ντενίζ Γιουτζέλ, που κρατούνταν εδώ κι έναν χρόνο για «κατασκοπία» και «τρομοκρατική προπαγάνδα» σε τουρκικές φυλακές.
Εμφανώς με άλλον αέρα πια, έπειτα από αυτή την εξέλιξη, ο Μπιναλί Γιλντιρίμ -μιλώντας στο περιθώριο της Διεθνούς Διάσκεψης για την Ασφάλεια στο Μόναχο- διέψευσε πληροφορίες για συμφωνία «κάτω από το τραπέζι» μεταξύ Βερολίνου και Αγκυρας για την απελευθέρωση Γιουτζέλ, με αντάλλαγμα το «ξεπάγωμα» της συνεργασίας με τη γερμανική Rheinmetall στην κατασκευή 1.000 τουρκικών τεθωρακισμένων τύπου Altay, αξίας περίπου 7 δισ. ευρώ.
Με την ευκαιρία, βέβαια, τόνισε τη δυσαρέσκεια της Αγκυρας για τον γερμανικό «πάγο» στις εξαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού, μετά και τις τουρκικές επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία. Και εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν θα επισκεφθεί το Βερολίνο, μετά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού…
