Σαν πραξικόπημα φαντάζει η έκρηξη των αισθήσεων και ο οργιαστικός χορός χωμάτων, πλασμάτων και φυσικών (εαρινών) αναπνοών. Η εξέγερση του δέρματος. Και τι εγκαθιδρύεται; Η ολοκλήρωση των σωμάτων, η αφύπνιση του πνεύματος, η γιορτή των κυττάρων, ο κοχλασμός του αίματος. Η μουσική. Και η ποίηση.
Παύει η γλώσσα να τραυλίζει και ελεύθερη ξεχύνεται σε ποτάμια και λίμνες και ωκεανούς; Μόνο στα Κοινοβούλια αρνείται να μπει; Γιατί τάχα; Διότι από εκεί μέσα έχει εξοριστεί ο λόγος.
Χάνεται έτσι η ευκαιρία να συναντηθούν ο λόγος (το γενετικό φαινόμενο της ομιλίας) με τη γλώσσα (τη βούληση του καθενός να τη χρησιμοποιεί, όπως τον προστάζει η γκλάβα του -η καταγωγή, η Παιδεία, το περιβάλλον). Χρόνια τώρα το γνωρίζουμε, αλλά-. Παρότι ο λόγος -έλεγε ο Ηράκλειτος- είναι κοινός για όλους, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν δική τους αντίληψη. (Του λόγου δ’ εόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν).
Παρότι οι νόμοι ισχύουν για όλους, μερικοί -και ξέρουμε ποιοι- τους καταπατάνε αδιαφορώντας ή περιφρονώντας τους. Γκρεμίζουν, γιατί έτσι γουστάρουν, γιατί τους το επιτρέπει το πολίτευμα, γιατί η Δικαιοσύνη κωφεύει, τα τείχη της πόλης (έτσι ερμήνευαν οι παλιότεροι -και είχαν προφανώς δίκιο- τον λόγο ύπαρξης του νόμου).
Αμα γκρεμίζεις τα τείχη που προστατεύουν την κοινότητα θεωρείσαι, είτε το θες είτε όχι, αρνητής της κοινότητας και εχθρός της -αλλά τότε γιατί δεν παίρνεις των ομματιών σου και να αναζητήσεις νέες πολιτείες ή, απλούστερα, γιατί δεν πας σπίτι σου; Ανόητη ερώτηση -γιατί μετά πώς θα περιφρονεί; Εχει εθιστεί στο να περιφρονεί, όπως όλοι οι τύραννοι.
Δεν φταίνε οι ποιητές για την κατάντια του πολιτισμού. Ποτέ δεν έφταιξαν, μόνο προσπάθησαν να μας πουν πώς θα ήταν καλύτερη η ανθρωπότητα. Τα άλλα μάς τα λένε οι ιστορικοί και το αποδεικνύουν οι πολιτικοί της συμφοράς.
Τα έλεγε ο Αριστοτέλης ακόμη και δύο αιώνες μετά τον Ηράκλειτο. Η ποίηση, λένε, είναι παντού. Γιατί να διαφωνήσει κανείς; Αρα και στη σιωπή. Νομίζω ότι εκεί μέσα (στη σιωπή) κρύβεται σήμερα η περισσότερη και καλύτερη ποίηση.
Η ποίηση του καιρού, των ημερών της κρίσης (πολιτικής και οιονεί θεολογικής). Μια ποίηση ανορχηστική, άμουση· μα, είναι ποίηση αυτή; Είναι αλήθεια (μάλλον) ότι τα περισσότερα ποιητικά βιβλία δεν χορεύουν σήμερα, όπως επίσης και δεν εκπέμπουν μουσική. Αρα και οι αναγνώστες δεν στροβιλιζόμαστε στη δίνη της πρωταρχής και της πολιτισμικής καλλιέργειας -δεν έχει μαλακώσει καθόλου το ορμέμφυτο, παράξενα πράγματα.
Ισως γιατί έχει χαθεί εκείνο, που χαρακτηρίζει όλα τα πλάσματα του πλανήτη από τις πρώτες στιγμές που αντικρίζουν το θαύμα (ή τον τρόμο;) της ύπαρξής τους.
Και ποιο είναι αυτό; Το παιχνίδι ασφαλώς. Τώρα: μόνο δουλειά και υποχρεώσεις, ανάγκες, που πνίγουν, και πράξεις, που βεβηλώνουν την ύπαρξη, έτσι φρικαλέες που μεταμορφώνονται (οι πράξεις) από όσους καταπατάνε τους νόμους που είπαμε.
Είπαμε; Πώς να ευδοκιμήσει η ποίηση σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς (εξοργιστικά ορθολογιστικούς, εννοείται γεμάτους ψεύδη και σκοπιμότητες, δολοφονίες και πολέμους);
Μερικοί ισχυρίζονται ότι μόνο σε τέτοιους καιρούς γεννιέται η ποίηση. Μόνη, πολύ μόνη, αλλά αυτή μπορεί να εξορύξει το νόημα.
